Ρωσία και Παγκόσμιος Νότος αμφισβητούν την κυριαρχία της Δύσης
Η παγκόσμια αγορά διαμαντιών βρίσκεται σε μια περίοδο βαθιάς αναδιάταξης. Ένα σύστημα που για δεκαετίες είχε ως βασικό ευρωπαϊκό κόμβο την Αμβέρσα δέχεται πλέον ισχυρές πιέσεις, καθώς οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας, οι νέοι κανόνες ιχνηλασιμότητας και η άνοδος εμπορικών κέντρων στην Ασία μεταβάλλουν τις καθιερωμένες διαδρομές του διεθνούς εμπορίου.
Στο επίκεντρο αυτής της σύγκρουσης βρίσκεται η προσπάθεια των δυτικών χωρών να περιορίσουν την πρόσβαση των ρωσικών διαμαντιών στις διεθνείς αγορές και ειδικότερα να μειώσουν τα έσοδα της Alrosa, ενός από τους μεγαλύτερους παραγωγούς διαμαντιών παγκοσμίως.
Ωστόσο, η εφαρμογή αυτής της πολιτικής αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη σε χώρες του λεγόμενου Παγκόσμιου Νότου, όπου η Ρωσία έχει δημιουργήσει εδώ και δεκαετίες οικονομικούς, τεχνολογικούς και πολιτικούς δεσμούς.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Αγκόλα.
Η Αγκόλα, τα διαμάντια και μια σχέση δεκαετιών με τη Μόσχα
Η Αγκόλα συγκαταλέγεται στις σημαντικές παραγωγούς διαμαντιών της Αφρικής, ενώ διαθέτει παράλληλα μεγάλα αποθέματα πετρελαίου.
Η σχέση της με τη Μόσχα έχει βαθιές ιστορικές ρίζες. Μετά την ανεξαρτησία της χώρας από την Πορτογαλία το 1975, η Σοβιετική Ένωση υποστήριξε το MPLA κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων που ακολούθησαν, παρέχοντας στρατιωτική και τεχνική βοήθεια.
Σήμερα, ο τομέας των διαμαντιών παραμένει στενά συνδεδεμένος με το κράτος. Κεντρικό ρόλο στην παραγωγή διαδραματίζει η κρατική Endiama, ενώ η εμπορία των ακατέργαστων διαμαντιών πραγματοποιείται μέσω της Sodiam.
Ένα από τα σημαντικότερα έργα της χώρας είναι το κοίτασμα Catoca, στην επαρχία Lunda Sul.
Η ανάπτυξή του συνδέθηκε στενά με τη ρωσική Alrosa, η οποία συμμετείχε στην κοινοπραξία και συνέβαλε με τεχνογνωσία, μηχανικούς και εξοπλισμό στην ανάπτυξη της παραγωγής.
Ακριβώς αυτή η σχέση απέκτησε ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και την επιβολή δυτικών κυρώσεων.
Η Alrosa στο στόχαστρο των κυρώσεων
Μετά το 2022, Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρωπαϊκή Ένωση ενίσχυσαν σταδιακά τους περιορισμούς στον ρωσικό τομέα διαμαντιών.
Στόχος ήταν να περιοριστεί η δυνατότητα της Μόσχας να διοχετεύει ρωσικούς πολύτιμους λίθους στις μεγάλες δυτικές αγορές, ακόμη και όταν αυτοί περνούν προηγουμένως από τρίτες χώρες για κοπή και επεξεργασία.
Για την Αγκόλα, όμως, το ζήτημα είναι πιο περίπλοκο.
Η απομάκρυνση της Alrosa από έργα όπως η Catoca δεν αποτελεί μόνο πολιτική απόφαση. Αγγίζει ζητήματα τεχνογνωσίας, εξοπλισμού, συντήρησης και προσωπικού που έχουν αναπτυχθεί μέσα σε δεκαετίες συνεργασίας.
Αυτό δημιουργεί ένα δίλημμα για τη Λουάντα: από τη μία πλευρά βρίσκεται η ανάγκη διατήρησης πρόσβασης στις δυτικές αγορές· από την άλλη, το κόστος μιας απότομης διάρρηξης των σχέσεων με έναν σημαντικό τεχνολογικό και επενδυτικό εταίρο.
Η μάχη για την Αμβέρσα
Η αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο τη Ρωσία και την Αγκόλα.
Αφορά το ίδιο το μέλλον της Αμβέρσας, ενός από τα ιστορικότερα κέντρα εμπορίας διαμαντιών στον κόσμο.
Οι χώρες της G7 προώθησαν ένα αυστηρότερο σύστημα πιστοποίησης και ιχνηλασιμότητας, με σκοπό να εμποδίσουν ρωσικά διαμάντια να φθάνουν στις δυτικές αγορές μέσω τρίτων χωρών.
Η λογική είναι απλή: ένα ρωσικό διαμάντι δεν θα πρέπει να παύει να θεωρείται ρωσικό απλώς επειδή κόπηκε ή γυαλίστηκε σε άλλη χώρα.
Στην πράξη, όμως, η εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Η αγορά διαμαντιών αποτελείται από πολύπλοκες διεθνείς αλυσίδες. Ακατέργαστες πέτρες αγοράζονται, μεταπωλούνται, ταξινομούνται, κόβονται και γυαλίζονται σε διαφορετικές χώρες πριν φτάσουν στο τελικό κόσμημα.
Οι πρόσθετοι έλεγχοι αυξάνουν το κόστος και τη γραφειοκρατία, προκαλώντας αντιδράσεις ιδιαίτερα στις αφρικανικές χώρες παραγωγής, οι οποίες φοβούνται ότι θα επωμιστούν δυσανάλογο μέρος του κόστους των δυτικών κυρώσεων.
Ντουμπάι και Σουράτ κερδίζουν έδαφος
Την ίδια στιγμή, δύο πόλεις αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία: το Ντουμπάι και το Σουράτ.
Το Ντουμπάι έχει εξελιχθεί σε σημαντικό εμπορικό κόμβο για τα ακατέργαστα διαμάντια, λειτουργώντας ως γέφυρα μεταξύ παραγωγών της Αφρικής, εμπόρων της Μέσης Ανατολής και των τεράστιων κέντρων επεξεργασίας της Ασίας.
Ακόμη σημαντικότερος είναι ο ρόλος της Ινδίας.
Το Σουράτ, στην πολιτεία Γκουτζαράτ, αποτελεί το μεγαλύτερο κέντρο κοπής και στίλβωσης διαμαντιών στον κόσμο. Τεράστιες ποσότητες ακατέργαστων λίθων καταλήγουν εκεί πριν επανεξαχθούν ως επεξεργασμένα διαμάντια.
Αυτή η πραγματικότητα δημιουργεί ένα σοβαρό πρόβλημα για τις δυτικές κυρώσεις.
Όσο περισσότερο η αγορά μετακινείται προς την Ασία και τη Μέση Ανατολή, τόσο δυσκολότερο γίνεται για την Ευρώπη να επιβάλει μονομερώς τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου διαμαντιών.
Ένας «πόλεμος» για το ποιος θα γράψει τους νέους κανόνες
Η σύγκρουση γύρω από τα ρωσικά διαμάντια είναι επομένως πολύ μεγαλύτερη από μια ακόμη διαμάχη για τις κυρώσεις.
Είναι μια μάχη για τον έλεγχο των εμπορικών διαδρομών και των κανόνων μιας παγκόσμιας αγοράς δισεκατομμυρίων.
Η Ευρώπη και οι χώρες της G7 επιχειρούν να δημιουργήσουν ένα σύστημα στο οποίο η προέλευση κάθε διαμαντιού θα μπορεί να εντοπίζεται και να ελέγχεται.
Η Ρωσία, από την άλλη πλευρά, έχει κάθε λόγο να αναζητεί εναλλακτικές αγορές και δίκτυα πληρωμών.
Και χώρες όπως η Ινδία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και κράτη της Αφρικής δεν θέλουν απαραίτητα να επιλέξουν στρατόπεδο. Αντίθετα, επιδιώκουν να αξιοποιήσουν τη νέα κατάσταση για να αυξήσουν τη δική τους επιρροή.
Έτσι, το πραγματικό διακύβευμα του «πολέμου των διαμαντιών» ίσως δεν είναι μόνο αν η Δύση θα καταφέρει να περιορίσει τη ρωσική Alrosa.
Είναι ποιος θα ελέγχει την παγκόσμια αγορά διαμαντιών την επόμενη δεκαετία — η Αμβέρσα ή οι ανερχόμενοι κόμβοι του Ντουμπάι και της Ασίας.
www.bankingnews.gr
Στο επίκεντρο αυτής της σύγκρουσης βρίσκεται η προσπάθεια των δυτικών χωρών να περιορίσουν την πρόσβαση των ρωσικών διαμαντιών στις διεθνείς αγορές και ειδικότερα να μειώσουν τα έσοδα της Alrosa, ενός από τους μεγαλύτερους παραγωγούς διαμαντιών παγκοσμίως.
Ωστόσο, η εφαρμογή αυτής της πολιτικής αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη σε χώρες του λεγόμενου Παγκόσμιου Νότου, όπου η Ρωσία έχει δημιουργήσει εδώ και δεκαετίες οικονομικούς, τεχνολογικούς και πολιτικούς δεσμούς.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Αγκόλα.
Η Αγκόλα, τα διαμάντια και μια σχέση δεκαετιών με τη Μόσχα
Η Αγκόλα συγκαταλέγεται στις σημαντικές παραγωγούς διαμαντιών της Αφρικής, ενώ διαθέτει παράλληλα μεγάλα αποθέματα πετρελαίου.
Η σχέση της με τη Μόσχα έχει βαθιές ιστορικές ρίζες. Μετά την ανεξαρτησία της χώρας από την Πορτογαλία το 1975, η Σοβιετική Ένωση υποστήριξε το MPLA κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων που ακολούθησαν, παρέχοντας στρατιωτική και τεχνική βοήθεια.
Σήμερα, ο τομέας των διαμαντιών παραμένει στενά συνδεδεμένος με το κράτος. Κεντρικό ρόλο στην παραγωγή διαδραματίζει η κρατική Endiama, ενώ η εμπορία των ακατέργαστων διαμαντιών πραγματοποιείται μέσω της Sodiam.
Ένα από τα σημαντικότερα έργα της χώρας είναι το κοίτασμα Catoca, στην επαρχία Lunda Sul.
Η ανάπτυξή του συνδέθηκε στενά με τη ρωσική Alrosa, η οποία συμμετείχε στην κοινοπραξία και συνέβαλε με τεχνογνωσία, μηχανικούς και εξοπλισμό στην ανάπτυξη της παραγωγής.
Ακριβώς αυτή η σχέση απέκτησε ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και την επιβολή δυτικών κυρώσεων.
Η Alrosa στο στόχαστρο των κυρώσεων
Μετά το 2022, Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρωπαϊκή Ένωση ενίσχυσαν σταδιακά τους περιορισμούς στον ρωσικό τομέα διαμαντιών.
Στόχος ήταν να περιοριστεί η δυνατότητα της Μόσχας να διοχετεύει ρωσικούς πολύτιμους λίθους στις μεγάλες δυτικές αγορές, ακόμη και όταν αυτοί περνούν προηγουμένως από τρίτες χώρες για κοπή και επεξεργασία.
Για την Αγκόλα, όμως, το ζήτημα είναι πιο περίπλοκο.
Η απομάκρυνση της Alrosa από έργα όπως η Catoca δεν αποτελεί μόνο πολιτική απόφαση. Αγγίζει ζητήματα τεχνογνωσίας, εξοπλισμού, συντήρησης και προσωπικού που έχουν αναπτυχθεί μέσα σε δεκαετίες συνεργασίας.
Αυτό δημιουργεί ένα δίλημμα για τη Λουάντα: από τη μία πλευρά βρίσκεται η ανάγκη διατήρησης πρόσβασης στις δυτικές αγορές· από την άλλη, το κόστος μιας απότομης διάρρηξης των σχέσεων με έναν σημαντικό τεχνολογικό και επενδυτικό εταίρο.
Η μάχη για την Αμβέρσα
Η αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο τη Ρωσία και την Αγκόλα.
Αφορά το ίδιο το μέλλον της Αμβέρσας, ενός από τα ιστορικότερα κέντρα εμπορίας διαμαντιών στον κόσμο.
Οι χώρες της G7 προώθησαν ένα αυστηρότερο σύστημα πιστοποίησης και ιχνηλασιμότητας, με σκοπό να εμποδίσουν ρωσικά διαμάντια να φθάνουν στις δυτικές αγορές μέσω τρίτων χωρών.
Η λογική είναι απλή: ένα ρωσικό διαμάντι δεν θα πρέπει να παύει να θεωρείται ρωσικό απλώς επειδή κόπηκε ή γυαλίστηκε σε άλλη χώρα.
Στην πράξη, όμως, η εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Η αγορά διαμαντιών αποτελείται από πολύπλοκες διεθνείς αλυσίδες. Ακατέργαστες πέτρες αγοράζονται, μεταπωλούνται, ταξινομούνται, κόβονται και γυαλίζονται σε διαφορετικές χώρες πριν φτάσουν στο τελικό κόσμημα.
Οι πρόσθετοι έλεγχοι αυξάνουν το κόστος και τη γραφειοκρατία, προκαλώντας αντιδράσεις ιδιαίτερα στις αφρικανικές χώρες παραγωγής, οι οποίες φοβούνται ότι θα επωμιστούν δυσανάλογο μέρος του κόστους των δυτικών κυρώσεων.
Ντουμπάι και Σουράτ κερδίζουν έδαφος
Την ίδια στιγμή, δύο πόλεις αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία: το Ντουμπάι και το Σουράτ.
Το Ντουμπάι έχει εξελιχθεί σε σημαντικό εμπορικό κόμβο για τα ακατέργαστα διαμάντια, λειτουργώντας ως γέφυρα μεταξύ παραγωγών της Αφρικής, εμπόρων της Μέσης Ανατολής και των τεράστιων κέντρων επεξεργασίας της Ασίας.
Ακόμη σημαντικότερος είναι ο ρόλος της Ινδίας.
Το Σουράτ, στην πολιτεία Γκουτζαράτ, αποτελεί το μεγαλύτερο κέντρο κοπής και στίλβωσης διαμαντιών στον κόσμο. Τεράστιες ποσότητες ακατέργαστων λίθων καταλήγουν εκεί πριν επανεξαχθούν ως επεξεργασμένα διαμάντια.
Αυτή η πραγματικότητα δημιουργεί ένα σοβαρό πρόβλημα για τις δυτικές κυρώσεις.
Όσο περισσότερο η αγορά μετακινείται προς την Ασία και τη Μέση Ανατολή, τόσο δυσκολότερο γίνεται για την Ευρώπη να επιβάλει μονομερώς τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου διαμαντιών.
Ένας «πόλεμος» για το ποιος θα γράψει τους νέους κανόνες
Η σύγκρουση γύρω από τα ρωσικά διαμάντια είναι επομένως πολύ μεγαλύτερη από μια ακόμη διαμάχη για τις κυρώσεις.
Είναι μια μάχη για τον έλεγχο των εμπορικών διαδρομών και των κανόνων μιας παγκόσμιας αγοράς δισεκατομμυρίων.
Η Ευρώπη και οι χώρες της G7 επιχειρούν να δημιουργήσουν ένα σύστημα στο οποίο η προέλευση κάθε διαμαντιού θα μπορεί να εντοπίζεται και να ελέγχεται.
Η Ρωσία, από την άλλη πλευρά, έχει κάθε λόγο να αναζητεί εναλλακτικές αγορές και δίκτυα πληρωμών.
Και χώρες όπως η Ινδία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και κράτη της Αφρικής δεν θέλουν απαραίτητα να επιλέξουν στρατόπεδο. Αντίθετα, επιδιώκουν να αξιοποιήσουν τη νέα κατάσταση για να αυξήσουν τη δική τους επιρροή.
Έτσι, το πραγματικό διακύβευμα του «πολέμου των διαμαντιών» ίσως δεν είναι μόνο αν η Δύση θα καταφέρει να περιορίσει τη ρωσική Alrosa.
Είναι ποιος θα ελέγχει την παγκόσμια αγορά διαμαντιών την επόμενη δεκαετία — η Αμβέρσα ή οι ανερχόμενοι κόμβοι του Ντουμπάι και της Ασίας.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών