Συναγερμός στις αγορές ομολόγων: Εκτοξεύονται οι αποδόσεις – Ακριβότερα στεγαστικά και δάνεια, φόβοι για το παγκόσμιο χρέος
Νέα άνοδο καταγράφουν οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων διεθνώς, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού για νοικοκυριά και επιχειρήσεις και εντείνοντας τις ανησυχίες για το εάν οι κυβερνήσεις εκδίδουν περισσότερο χρέος από όσο μπορούν να απορροφήσουν οι αγορές.
Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων αποτελεί μία από τις ελάχιστες δυνάμεις στις διεθνείς αγορές που μπορούν να κάνουν τους πολιτικούς να… σημάνουν συναγερμό.
Παράλληλα, έχει άμεσο αντίκτυπο τόσο στα προσωπικά οικονομικά των Αμερικανών όσο και στην ευρύτερη οικονομία. Η αγορά ομολόγων επηρεάζει το πόσο θα πληρώσει ένα νοικοκυριό για το στεγαστικό ή το δάνειο αυτοκινήτου, αλλά και πόσα χρήματα θα αποκομίσει από τους λογαριασμούς αποταμίευσης και τα συνταξιοδοτικά προγράμματα 401(k).
Η νέα έξαρση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή έχει προκαλέσει άνοδο στις τιμές του πετρελαίου και έχει αναζωπυρώσει τους φόβους για τον πληθωρισμό.
Όταν ο πληθωρισμός είναι υψηλός ή οι επενδυτές εκτιμούν ότι μπορεί να επιδεινωθεί, συνήθως απαιτούν υψηλότερα επιτόκια – και κατ’ επέκταση υψηλότερες αποδόσεις – από τα κρατικά ομόλογα.
Την Τρίτη, η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου, η οποία επηρεάζει έντονα τα στεγαστικά επιτόκια, έφτασε στο 4,80%, στο υψηλότερο επίπεδο από τις αρχές του 2025.
Την ίδια ώρα, η απόδοση του 5ετούς αμερικανικού Treasury, που αποτελεί σημείο αναφοράς για τα δάνεια αυτοκινήτων, άγγιξε το 4,55%, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Οκτώβριο του 2025.
Τι οδηγεί τις αποδόσεις των ομολόγων υψηλότερα
Πέρα από τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό, αρκετοί ακόμη παράγοντες ασκούν ανοδικές πιέσεις στις αποδόσεις.
Τα ετήσια δημοσιονομικά ελλείμματα των ΗΠΑ παραμένουν σημαντικά υψηλότερα από τα επίπεδα πριν από την πανδημία, αναγκάζοντας την αμερικανική κυβέρνηση να δανείζεται περισσότερο για να καλύψει τις ανάγκες της.
Παράλληλα, οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες αυξάνουν σημαντικά τον δανεισμό τους, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν την κατασκευή των data centers που απαιτούνται για την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Την ίδια στιγμή, την περασμένη Παρασκευή, ο πρόεδρος της Federal Reserve, Kevin Warsh, άφησε να εννοηθεί ότι η κεντρική τράπεζα ενδέχεται να χρειαστεί να αυξήσει εκ νέου το βραχυπρόθεσμο επιτόκιο τους επόμενους μήνες, εφόσον ο πληθωρισμός παραμείνει επίμονα υψηλός.
Στο «μικροσκόπιο» των κυβερνήσεων η αγορά ομολόγων
Η άνοδος των αποδόσεων έχει ήδη προσελκύσει την προσοχή των policymakers σε ολόκληρο τον κόσμο.
Μεταξύ αυτών βρίσκεται και ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Scott Bessent, ο οποίος τον περασμένο μήνα ανακοίνωσε μία ασυνήθιστη παρέμβαση στην αγορά ομολόγων, με στόχο να περιορίσει την άνοδο των αποδόσεων.
Ο Robin Brooks, senior fellow στο Brookings Institution, εκτιμά ότι οι κινήσεις του Bessent, αλλά και η δέσμευση του Warsh να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό, πιθανότατα έχουν συγκρατήσει τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις σε χαμηλότερα επίπεδα από αυτά που θα είχαν διαφορετικά διαμορφωθεί.
Παράλληλα, αποτελούν ένδειξη ότι αυξάνεται η ανησυχία των policymakers για την πορεία των αποδόσεων.
«Θα πρέπει να σας ενδιαφέρει, γιατί κάτω από την επιφάνεια τα πράγματα πραγματικά βράζουν», δήλωσε ο Brooks. Όπως εξήγησε, αυτό γίνεται εμφανές από το γεγονός ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αρχίζουν να ανησυχούν έντονα.
Ωστόσο, ο Bessent επιχείρησε την Τρίτη να υποβαθμίσει τη συνολική άνοδο των αμερικανικών αποδόσεων, σε συζήτησή του με τον παρουσιαστή του Fox Business, Larry Kudlow, στο περιθώριο της συνάντησης των υπουργών Οικονομικών της G20 στο Asheville της Βόρειας Καρολίνας.
«Δεν νομίζω ότι βρισκόμαστε σε κάποια ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση», ανέφερε ο Bessent, υποστηρίζοντας ότι οι αποδόσεις των ομολόγων άλλων χωρών έχουν αυξηθεί περισσότερο.
Πώς λειτουργεί η αγορά ομολόγων
Όταν οι κυβερνήσεις και οι μεγάλες επιχειρήσεις χρειάζονται να δανειστούν χρήματα, δεν απευθύνονται απαραίτητα σε μια τράπεζα για ένα παραδοσιακό δάνειο.
Αντίθετα, εκδίδουν χρεόγραφα και τα διαθέτουν σε επενδυτές, υποσχόμενες να επιστρέψουν τα χρήματα μαζί με συγκεκριμένο επιτόκιο.
Όταν αυτά τα χρεόγραφα έχουν διάρκεια αρκετών ετών, ονομάζονται ομόλογα. Τα χρεόγραφα του αμερικανικού Δημοσίου που αποπληρώνονται σε μικρότερο χρονικό διάστημα – από μερικούς μήνες έως λίγα χρόνια – είναι γνωστά ως bills ή notes.
Οι επενδυτές μπορούν να αγοράζουν και να πωλούν τα ομόλογα στη δευτερογενή αγορά ακόμη και μετά την έκδοσή τους, ενώ το κουπόνι τους παραμένει σταθερό.
Εάν όμως ένα ομόλογο αρχίσει να θεωρείται λιγότερο ελκυστικό, η τιμή του υποχωρεί. Έτσι, ένας νέος επενδυτής μπορεί να αγοράσει ένα ομόλογο ονομαστικής αξίας 100 δολαρίων σε χαμηλότερη τιμή.
Η πτώση της τιμής σημαίνει ότι ο νέος αγοραστής θα αποκομίσει υψηλότερη ποσοστιαία απόδοση από την επένδυσή του σε σχέση με το αρχικό επιτόκιο του ομολόγου.
Αυτή η απόδοση είναι το yield, δηλαδή η απόδοση του ομολόγου.
Παγκόσμιο sell-off στα ομόλογα
Όταν οι επενδυτές πωλούν ομόλογα – ή αγοράζουν πολύ λιγότερα σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν – οι τιμές των ομολόγων υποχωρούν, όπως ακριβώς οι τιμές των μετοχών καταρρέουν σε ένα sell-off στο χρηματιστήριο.
Ωστόσο, στα ομόλογα υπάρχει μία κρίσιμη αντίστροφη σχέση: όταν πέφτουν οι τιμές των ομολόγων, ανεβαίνουν οι αποδόσεις τους.
Στην Ευρωζώνη των 21 χωρών, ο πληθωρισμός αυξήθηκε τον Αύγουστο στο 3,3%, στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών ετών, σύμφωνα με τη στατιστική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ως αποτέλεσμα, οι επενδυτές αναμένουν ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα αυξήσει το βραχυπρόθεσμο επιτόκιό της στη συνεδρίαση της επόμενης εβδομάδας.
Ήδη η απόδοση των 10ετών γερμανικών ομολόγων έχει φτάσει στο 3,35%, στο υψηλότερο επίπεδο εδώ και περισσότερα από 15 χρόνια.
Την ίδια στιγμή, η απόδοση των 10ετών βρετανικών ομολόγων έχει ανέλθει στο 5,14%, πλησιάζοντας επίπεδα που είχαν καταγραφεί κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008-2009.
Ανοδικά κινούνται και τα επιτόκια στην Ιαπωνία.
Το «βάρος» της πανδημίας επιστρέφει στις αγορές
Οι περισσότερες κυβερνήσεις αύξησαν δραστικά τις δημόσιες δαπάνες κατά τη διάρκεια της πανδημίας, προκειμένου να στηρίξουν εργαζομένους που έχασαν τη δουλειά τους και επιχειρήσεις που παρέμειναν κλειστές.
Ωστόσο, μετά την πανδημία δεν προχώρησαν σε αντίστοιχη μείωση των δαπανών.
Ο Brooks εκτιμά ότι οι επενδυτές ενδέχεται να ανησυχούν όλο και περισσότερο για το κατά πόσο μπορεί να διατηρηθεί αυτή η αυξημένη έκδοση χρέους.
Ως αποτέλεσμα, απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις ως αντιστάθμισμα για τον μεγαλύτερο κίνδυνο που θεωρούν ότι αναλαμβάνουν.
«Αντιμετωπίζουμε ένα παγκόσμιο sell-off, το οποίο επιστρέφει σε αυτή τη μορφή παγκόσμιας δημοσιονομικής στήριξης που είχαμε κατά τη διάρκεια της COVID», σημείωσε ο Brooks.
Όπως χαρακτηριστικά υπογράμμισε, «τώρα πληρώνουμε τον λογαριασμό» για εκείνη την περίοδο.
Τα αμερικανικά ομόλογα καθορίζουν το κόστος δανεισμού για τα νοικοκυριά
Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι τα στεγαστικά δάνεια.
Τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων τείνουν να ακολουθούν την πορεία των αποδόσεων των 10ετών αμερικανικών Treasurys.
Το μέσο σταθερό επιτόκιο για στεγαστικό διάρκειας 30 ετών βρίσκεται κοντά στο υψηλότερο επίπεδο του τελευταίου έτους, γεγονός που αποθαρρύνει ακόμη περισσότερο τους υποψήφιους αγοραστές κατοικίας, οι οποίοι ήδη θεωρούν ότι το κόστος απόκτησης σπιτιού είναι υπερβολικά υψηλό.
Σε γενικές γραμμές, οι υψηλότερες αποδόσεις και τα υψηλότερα επιτόκια ευνοούν όσους έχουν αποταμιεύσεις.
Οι αποταμιευτές μπορούν να κερδίζουν περισσότερα χρήματα είτε μέσω της τοποθέτησης κεφαλαίων σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα είτε μέσω λογαριασμών υψηλής απόδοσης.
Για όσους όμως δανείζονται χρήματα, η εικόνα είναι αντίστροφη.
Τα υψηλότερα επιτόκια αυξάνουν το κόστος δανεισμού και παράλληλα ασκούν πιέσεις στις τιμές των μετοχών, του χρυσού αλλά ακόμη και των κρυπτονομισμάτων.
Η λογική των επενδυτών είναι απλή: γιατί να πληρώσει κάποιος υψηλές τιμές για πιο ριψοκίνδυνες επενδύσεις όταν τα αμερικανικά Treasurys, τα οποία θεωρούνται από τα ασφαλέστερα assets, προσφέρουν πλέον υψηλότερες αποδόσεις;
Η «βόμβα» του αμερικανικού χρέους
Οι ανησυχίες στην αγορά ομολόγων δεν είναι καινούργιες.
Είναι γνωστό ότι η αμερικανική κυβέρνηση έχει συσσωρεύσει τεράστιο χρέος. Αξιωματούχοι της Federal Reserve, οικονομολόγοι, επενδυτές και πολλοί ακόμη παράγοντες της αγοράς προειδοποιούν εδώ και χρόνια ότι η σχέση μεταξύ των κρατικών δαπανών και των εσόδων των ΗΠΑ κινείται σε μη βιώσιμη κατεύθυνση.
Τον περασμένο μήνα, το Congressional Budget Office εκτίμησε ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης θα ξεπεράσει φέτος τα 2 τρισ. δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 6% της αμερικανικής οικονομίας.
Πρόκειται για εξαιρετικά υψηλό επίπεδο σε περίοδο που δεν υπάρχει ύφεση ή πόλεμος.
Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση ανακοίνωσε τον περασμένο μήνα ότι το συνολικό δημόσιο χρέος – δηλαδή το σωρευτικό αποτέλεσμα όλων των δημοσιονομικών ελλειμμάτων – έχει φτάσει στο κολοσσιαίο ποσό των 40 τρισ. δολαρίων.
Το μεγάλο ερώτημα: Πότε θα έρθει το σημείο καμπής;
Το μεγάλο άγνωστο για τις αγορές ήταν ανέκαθεν το εάν και πότε θα έρθει το σημείο καμπής που θα μετατρέψει τις ανησυχίες για το αμερικανικό χρέος σε πραγματικό πανικό.
Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να οδηγήσει τους επενδυτές σε μαζικές πωλήσεις αμερικανικών Treasurys, προκαλώντας απότομη εκτίναξη των αποδόσεων.
Παρότι οι αποδόσεις έχουν αυξηθεί, μέχρι στιγμής δεν έχουν κινηθεί με τόσο βίαιο ρυθμό ώστε να υποδηλώνεται ότι το κρίσιμο σημείο καμπής έχει ήδη φτάσει.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ένας δείκτης της αγοράς ομολόγων, ο οποίος αποτυπώνει το επίπεδο ανησυχίας των επενδυτών για πιθανές αθετήσεις πληρωμών από τις κυβερνήσεις μεγάλων οικονομιών, δεν έχει αυξηθεί σε υπερβολικό βαθμό, σύμφωνα με στρατηγικούς αναλυτές της Macquarie.
Ωστόσο, η εικόνα παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητη: πληθωρισμός, γεωπολιτικές εντάσεις, αυξημένες κρατικές δαπάνες και διογκωμένο χρέος συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα για τις διεθνείς αγορές ομολόγων.
www.bankingnews.gr
Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων αποτελεί μία από τις ελάχιστες δυνάμεις στις διεθνείς αγορές που μπορούν να κάνουν τους πολιτικούς να… σημάνουν συναγερμό.
Παράλληλα, έχει άμεσο αντίκτυπο τόσο στα προσωπικά οικονομικά των Αμερικανών όσο και στην ευρύτερη οικονομία. Η αγορά ομολόγων επηρεάζει το πόσο θα πληρώσει ένα νοικοκυριό για το στεγαστικό ή το δάνειο αυτοκινήτου, αλλά και πόσα χρήματα θα αποκομίσει από τους λογαριασμούς αποταμίευσης και τα συνταξιοδοτικά προγράμματα 401(k).
Η νέα έξαρση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή έχει προκαλέσει άνοδο στις τιμές του πετρελαίου και έχει αναζωπυρώσει τους φόβους για τον πληθωρισμό.
Όταν ο πληθωρισμός είναι υψηλός ή οι επενδυτές εκτιμούν ότι μπορεί να επιδεινωθεί, συνήθως απαιτούν υψηλότερα επιτόκια – και κατ’ επέκταση υψηλότερες αποδόσεις – από τα κρατικά ομόλογα.
Την Τρίτη, η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου, η οποία επηρεάζει έντονα τα στεγαστικά επιτόκια, έφτασε στο 4,80%, στο υψηλότερο επίπεδο από τις αρχές του 2025.
Την ίδια ώρα, η απόδοση του 5ετούς αμερικανικού Treasury, που αποτελεί σημείο αναφοράς για τα δάνεια αυτοκινήτων, άγγιξε το 4,55%, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Οκτώβριο του 2025.
Τι οδηγεί τις αποδόσεις των ομολόγων υψηλότερα
Πέρα από τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό, αρκετοί ακόμη παράγοντες ασκούν ανοδικές πιέσεις στις αποδόσεις.
Τα ετήσια δημοσιονομικά ελλείμματα των ΗΠΑ παραμένουν σημαντικά υψηλότερα από τα επίπεδα πριν από την πανδημία, αναγκάζοντας την αμερικανική κυβέρνηση να δανείζεται περισσότερο για να καλύψει τις ανάγκες της.
Παράλληλα, οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες αυξάνουν σημαντικά τον δανεισμό τους, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν την κατασκευή των data centers που απαιτούνται για την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Την ίδια στιγμή, την περασμένη Παρασκευή, ο πρόεδρος της Federal Reserve, Kevin Warsh, άφησε να εννοηθεί ότι η κεντρική τράπεζα ενδέχεται να χρειαστεί να αυξήσει εκ νέου το βραχυπρόθεσμο επιτόκιο τους επόμενους μήνες, εφόσον ο πληθωρισμός παραμείνει επίμονα υψηλός.
Στο «μικροσκόπιο» των κυβερνήσεων η αγορά ομολόγων
Η άνοδος των αποδόσεων έχει ήδη προσελκύσει την προσοχή των policymakers σε ολόκληρο τον κόσμο.
Μεταξύ αυτών βρίσκεται και ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Scott Bessent, ο οποίος τον περασμένο μήνα ανακοίνωσε μία ασυνήθιστη παρέμβαση στην αγορά ομολόγων, με στόχο να περιορίσει την άνοδο των αποδόσεων.
Ο Robin Brooks, senior fellow στο Brookings Institution, εκτιμά ότι οι κινήσεις του Bessent, αλλά και η δέσμευση του Warsh να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό, πιθανότατα έχουν συγκρατήσει τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις σε χαμηλότερα επίπεδα από αυτά που θα είχαν διαφορετικά διαμορφωθεί.
Παράλληλα, αποτελούν ένδειξη ότι αυξάνεται η ανησυχία των policymakers για την πορεία των αποδόσεων.
«Θα πρέπει να σας ενδιαφέρει, γιατί κάτω από την επιφάνεια τα πράγματα πραγματικά βράζουν», δήλωσε ο Brooks. Όπως εξήγησε, αυτό γίνεται εμφανές από το γεγονός ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αρχίζουν να ανησυχούν έντονα.
Ωστόσο, ο Bessent επιχείρησε την Τρίτη να υποβαθμίσει τη συνολική άνοδο των αμερικανικών αποδόσεων, σε συζήτησή του με τον παρουσιαστή του Fox Business, Larry Kudlow, στο περιθώριο της συνάντησης των υπουργών Οικονομικών της G20 στο Asheville της Βόρειας Καρολίνας.
«Δεν νομίζω ότι βρισκόμαστε σε κάποια ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση», ανέφερε ο Bessent, υποστηρίζοντας ότι οι αποδόσεις των ομολόγων άλλων χωρών έχουν αυξηθεί περισσότερο.
Πώς λειτουργεί η αγορά ομολόγων
Όταν οι κυβερνήσεις και οι μεγάλες επιχειρήσεις χρειάζονται να δανειστούν χρήματα, δεν απευθύνονται απαραίτητα σε μια τράπεζα για ένα παραδοσιακό δάνειο.
Αντίθετα, εκδίδουν χρεόγραφα και τα διαθέτουν σε επενδυτές, υποσχόμενες να επιστρέψουν τα χρήματα μαζί με συγκεκριμένο επιτόκιο.
Όταν αυτά τα χρεόγραφα έχουν διάρκεια αρκετών ετών, ονομάζονται ομόλογα. Τα χρεόγραφα του αμερικανικού Δημοσίου που αποπληρώνονται σε μικρότερο χρονικό διάστημα – από μερικούς μήνες έως λίγα χρόνια – είναι γνωστά ως bills ή notes.
Οι επενδυτές μπορούν να αγοράζουν και να πωλούν τα ομόλογα στη δευτερογενή αγορά ακόμη και μετά την έκδοσή τους, ενώ το κουπόνι τους παραμένει σταθερό.
Εάν όμως ένα ομόλογο αρχίσει να θεωρείται λιγότερο ελκυστικό, η τιμή του υποχωρεί. Έτσι, ένας νέος επενδυτής μπορεί να αγοράσει ένα ομόλογο ονομαστικής αξίας 100 δολαρίων σε χαμηλότερη τιμή.
Η πτώση της τιμής σημαίνει ότι ο νέος αγοραστής θα αποκομίσει υψηλότερη ποσοστιαία απόδοση από την επένδυσή του σε σχέση με το αρχικό επιτόκιο του ομολόγου.
Αυτή η απόδοση είναι το yield, δηλαδή η απόδοση του ομολόγου.
Παγκόσμιο sell-off στα ομόλογα
Όταν οι επενδυτές πωλούν ομόλογα – ή αγοράζουν πολύ λιγότερα σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν – οι τιμές των ομολόγων υποχωρούν, όπως ακριβώς οι τιμές των μετοχών καταρρέουν σε ένα sell-off στο χρηματιστήριο.
Ωστόσο, στα ομόλογα υπάρχει μία κρίσιμη αντίστροφη σχέση: όταν πέφτουν οι τιμές των ομολόγων, ανεβαίνουν οι αποδόσεις τους.
Στην Ευρωζώνη των 21 χωρών, ο πληθωρισμός αυξήθηκε τον Αύγουστο στο 3,3%, στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών ετών, σύμφωνα με τη στατιστική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ως αποτέλεσμα, οι επενδυτές αναμένουν ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα αυξήσει το βραχυπρόθεσμο επιτόκιό της στη συνεδρίαση της επόμενης εβδομάδας.
Ήδη η απόδοση των 10ετών γερμανικών ομολόγων έχει φτάσει στο 3,35%, στο υψηλότερο επίπεδο εδώ και περισσότερα από 15 χρόνια.
Την ίδια στιγμή, η απόδοση των 10ετών βρετανικών ομολόγων έχει ανέλθει στο 5,14%, πλησιάζοντας επίπεδα που είχαν καταγραφεί κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008-2009.
Ανοδικά κινούνται και τα επιτόκια στην Ιαπωνία.
Το «βάρος» της πανδημίας επιστρέφει στις αγορές
Οι περισσότερες κυβερνήσεις αύξησαν δραστικά τις δημόσιες δαπάνες κατά τη διάρκεια της πανδημίας, προκειμένου να στηρίξουν εργαζομένους που έχασαν τη δουλειά τους και επιχειρήσεις που παρέμειναν κλειστές.
Ωστόσο, μετά την πανδημία δεν προχώρησαν σε αντίστοιχη μείωση των δαπανών.
Ο Brooks εκτιμά ότι οι επενδυτές ενδέχεται να ανησυχούν όλο και περισσότερο για το κατά πόσο μπορεί να διατηρηθεί αυτή η αυξημένη έκδοση χρέους.
Ως αποτέλεσμα, απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις ως αντιστάθμισμα για τον μεγαλύτερο κίνδυνο που θεωρούν ότι αναλαμβάνουν.
«Αντιμετωπίζουμε ένα παγκόσμιο sell-off, το οποίο επιστρέφει σε αυτή τη μορφή παγκόσμιας δημοσιονομικής στήριξης που είχαμε κατά τη διάρκεια της COVID», σημείωσε ο Brooks.
Όπως χαρακτηριστικά υπογράμμισε, «τώρα πληρώνουμε τον λογαριασμό» για εκείνη την περίοδο.
Τα αμερικανικά ομόλογα καθορίζουν το κόστος δανεισμού για τα νοικοκυριά
Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι τα στεγαστικά δάνεια.
Τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων τείνουν να ακολουθούν την πορεία των αποδόσεων των 10ετών αμερικανικών Treasurys.
Το μέσο σταθερό επιτόκιο για στεγαστικό διάρκειας 30 ετών βρίσκεται κοντά στο υψηλότερο επίπεδο του τελευταίου έτους, γεγονός που αποθαρρύνει ακόμη περισσότερο τους υποψήφιους αγοραστές κατοικίας, οι οποίοι ήδη θεωρούν ότι το κόστος απόκτησης σπιτιού είναι υπερβολικά υψηλό.
Σε γενικές γραμμές, οι υψηλότερες αποδόσεις και τα υψηλότερα επιτόκια ευνοούν όσους έχουν αποταμιεύσεις.
Οι αποταμιευτές μπορούν να κερδίζουν περισσότερα χρήματα είτε μέσω της τοποθέτησης κεφαλαίων σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα είτε μέσω λογαριασμών υψηλής απόδοσης.
Για όσους όμως δανείζονται χρήματα, η εικόνα είναι αντίστροφη.
Τα υψηλότερα επιτόκια αυξάνουν το κόστος δανεισμού και παράλληλα ασκούν πιέσεις στις τιμές των μετοχών, του χρυσού αλλά ακόμη και των κρυπτονομισμάτων.
Η λογική των επενδυτών είναι απλή: γιατί να πληρώσει κάποιος υψηλές τιμές για πιο ριψοκίνδυνες επενδύσεις όταν τα αμερικανικά Treasurys, τα οποία θεωρούνται από τα ασφαλέστερα assets, προσφέρουν πλέον υψηλότερες αποδόσεις;
Η «βόμβα» του αμερικανικού χρέους
Οι ανησυχίες στην αγορά ομολόγων δεν είναι καινούργιες.
Είναι γνωστό ότι η αμερικανική κυβέρνηση έχει συσσωρεύσει τεράστιο χρέος. Αξιωματούχοι της Federal Reserve, οικονομολόγοι, επενδυτές και πολλοί ακόμη παράγοντες της αγοράς προειδοποιούν εδώ και χρόνια ότι η σχέση μεταξύ των κρατικών δαπανών και των εσόδων των ΗΠΑ κινείται σε μη βιώσιμη κατεύθυνση.
Τον περασμένο μήνα, το Congressional Budget Office εκτίμησε ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης θα ξεπεράσει φέτος τα 2 τρισ. δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 6% της αμερικανικής οικονομίας.
Πρόκειται για εξαιρετικά υψηλό επίπεδο σε περίοδο που δεν υπάρχει ύφεση ή πόλεμος.
Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση ανακοίνωσε τον περασμένο μήνα ότι το συνολικό δημόσιο χρέος – δηλαδή το σωρευτικό αποτέλεσμα όλων των δημοσιονομικών ελλειμμάτων – έχει φτάσει στο κολοσσιαίο ποσό των 40 τρισ. δολαρίων.
Το μεγάλο ερώτημα: Πότε θα έρθει το σημείο καμπής;
Το μεγάλο άγνωστο για τις αγορές ήταν ανέκαθεν το εάν και πότε θα έρθει το σημείο καμπής που θα μετατρέψει τις ανησυχίες για το αμερικανικό χρέος σε πραγματικό πανικό.
Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να οδηγήσει τους επενδυτές σε μαζικές πωλήσεις αμερικανικών Treasurys, προκαλώντας απότομη εκτίναξη των αποδόσεων.
Παρότι οι αποδόσεις έχουν αυξηθεί, μέχρι στιγμής δεν έχουν κινηθεί με τόσο βίαιο ρυθμό ώστε να υποδηλώνεται ότι το κρίσιμο σημείο καμπής έχει ήδη φτάσει.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ένας δείκτης της αγοράς ομολόγων, ο οποίος αποτυπώνει το επίπεδο ανησυχίας των επενδυτών για πιθανές αθετήσεις πληρωμών από τις κυβερνήσεις μεγάλων οικονομιών, δεν έχει αυξηθεί σε υπερβολικό βαθμό, σύμφωνα με στρατηγικούς αναλυτές της Macquarie.
Ωστόσο, η εικόνα παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητη: πληθωρισμός, γεωπολιτικές εντάσεις, αυξημένες κρατικές δαπάνες και διογκωμένο χρέος συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα για τις διεθνείς αγορές ομολόγων.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών