Οι Σουηδοί Δημοκράτες απέκτησαν σημαντική επιρροή στην κυβερνητική πολιτική, ιδιαίτερα στα ζητήματα μετανάστευσης, ασφάλειας και εγκληματικότητας και διαμόρφωσαν συνθήκες ανατροπής της ηγεμονίας του σοσιαλδημοκρατικού μοντέλου
Η πρώην κεντροαριστερή πρωθυπουργός Magdalena Andersson φαίνεται να βρίσκεται σε τροχιά επιστροφής στην εξουσία στη Σουηδία, καθώς τα exit polls δείχνουν ότι η δεξιά συμμαχία, στην οποία συμμετέχει και το πατριωτικό κόμμα των Σουηδών Δημοκρατών δεν καταφέρνει να εξασφαλίσει την απαιτούμενη πλειοψηφία, όπως μεταδίδουν τα ΜΜΕ της χώρας στις 13/9 δίνοντας τον παλμό των εκλογικών αποτελεσμάτων.
Εάν η δημοσκόπηση επιβεβαιωθεί, αυτό θα σημαίνει απόρριψη για τον εν ενεργεία πρωθυπουργό Ulf Kristersson και μιας σημαντικής πολιτικής στροφής για τη Σουηδία.
Επίσης ηγέτης του συντηρητικού Moderaterna — Μετριοπαθούς Κόμματος είχε αποφασίσει να συνεργαστεί στενά με τους Σουηδούς Δημοκράτες και είχε υποσχεθεί ότι, εάν κέρδιζε τις εκλογές, θα τους έδινε για πρώτη φορά θέσεις στο υπουργικό συμβούλιο.
Τα πρώτα αποτελέσματα
Σύμφωνα με τη δημόσια σουηδική τηλεόραση SVT, το αριστερό μπλοκ της Andersson βρίσκεται σε τροχιά να συγκεντρώσει το 51,3% των ψήφων.
Το εκλογικό σύστημα της Σουηδίας βασίζεται στην αναλογική εκπροσώπηση.
Η δεξιά συμμαχία του Kristersson προβλέπεται να λάβει 46,8%.
Η εικόνα αναμένεται να ξεκαθαρίσει αργότερα το βράδυ της Κυριακής (13/9), όταν τα τηλεοπτικά δίκτυα θα ανακοινώσουν επικαιροποιημένες προβλέψεις, αφού έχει καταμετρηθεί ένας κρίσιμος αριθμός εκλογικών περιφερειών.
Όποιος κι αν επικρατήσει τελικά, οι ηγέτες των κομμάτων θα χρειαστούν εβδομάδες για να οριστικοποιήσουν μια νέα συμφωνία κυβερνητικού συνασπισμού.
Με την προοπτική η άκρα δεξιά να μπει για πρώτη φορά στην κυβέρνηση, η ψηφοφορία αποτελεί μια κομβική στιγμή για τη Σουηδία, η οποία θα παρακολουθηθεί στενά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, όπου και άλλα πατριωτικά κόμματα ενισχύονται.
Για μήνες, το μπλοκ των Σισιαλδημοκρατών —στο οποίο περιλαμβάνονται το Vänsterpartiet — Αριστερό Κόμμα, με τις κομμουνιστικές του ρίζες, καθώς και οι Miljöpartiet — Πράσινοι— διατηρούσε ένα άνετο προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις. Ωστόσο, αυτό το προβάδισμα μειώθηκε δραματικά τις τελευταίες δύο εβδομάδες της προεκλογικής εκστρατείας, με μία δημοσκόπηση την παραμονή των εκλογών να δείχνει τα δύο αντίπαλα μπλοκ σε απόλυτη ισοπαλία.
Οι σύμμαχοι του Kristersson στη δεξιά ενδέχεται τώρα να αναρωτηθούν αν έκανε λάθος επιλέγοντας τόσο στενή συνεργασία με τους αμφιλεγόμενους Σουηδούς Δημοκράτες και τον ηγέτη τους, Jimmie Åkesson.
Ο Kristersson και ο Åkesson προσπάθησαν να πείσουν τους ψηφοφόρους ότι άξιζαν μια ακόμη κυβερνητική θητεία, ώστε να ολοκληρώσουν το έργο που είχαν ξεκινήσει — ιδιαίτερα όσον αφορά τη μείωση της βίαιης εγκληματικότητας και τον περιορισμό της μετανάστευσης.
Η πρροβοκάτια περί ρωσικής επιρροής στις εκλογές
Την κατάσταση για τον Kristersson δεν βοήθησε το γεγονός ότι η παράταξή του αναγκάστηκε τις τελευταίες ημέρες της προεκλογικής εκστρατείας να αντιμετωπίσει μια εκτεταμένη προπαγάνδα περί ρωσικής διείσδυσης.
Μιλώντας στο POLITICO την Παρασκευή (11/9), ο Kristersson υποστήριξε ότι ο πραγματικός κίνδυνος για την ασφάλεια βρίσκεται στους συμμάχους της Andersson, δεδομένου ότι δύο από τα κόμματα με τα οποία ενδέχεται να κυβερνήσει είχαν αντιταχθεί στην ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ, πριν τελικά η χώρα προσχωρήσει στη Συμμαχία.

Σύμφωνα με τα πρώτα exit polls
• Centerpartiet (C) — Κόμμα του Κέντρου: 7.5% (+0.8)
• Vänsterpartiet (V) — Αριστερό Κόμμα: 8.0% (+1.3)
• Kristdemokraterna (KD) — Χριστιανοδημοκράτες: 6.1% (+0.8)
• Miljöpartiet (MP) — Κόμμα των Πρασίνων: 7.0% (+1.9)
• Moderaterna (M) — Μετριοπαθές Κόμμα: 18.1% (-1.0)
• Sverigedemokraterna (SD) — Σουηδοί Δημοκράτες: 17.2% (-3.3)
• Socialdemokraterna (S) — Σοσιαλδημοκράτες: 28.4% (-1.9)
• Liberalerna (L) — Φιλελεύθεροι: 5.4% (+0.8)
Δύσκολη εξίσωση ο σχηματισμός κυβέρνησης - Τα σενάρια
Ο σχηματισμός κυβέρνησης μετά τις εκλογές στη Σουηδία ενδέχεται να αποδειχθεί χρονοβόρος, καθώς τα αποτελέσματα του exit poll της δημόσιας τηλεόρασης SVT δεν δίνουν ξεκάθαρη εικόνα για το ποια πολιτική συμμαχία θα μπορέσει να εξασφαλίσει σταθερή πλειοψηφία.
Σύμφωνα με το SVT Valu, οι Σοσιαλδημοκράτες (S), οι Πράσινοι (MP), το Αριστερό Κόμμα (V) και το Κόμμα του Κέντρου (C) συγκεντρώνουν συνολικά 51,3%, ενώ οι Μετριοπαθείς (M), οι Χριστιανοδημοκράτες (KD), οι Φιλελεύθεροι (L) και οι Σουηδοί Δημοκράτες (SD) φτάνουν στο 46,8%.
Η διαφορά μεταξύ των δύο μπλοκ ανέρχεται έτσι σε 4,5 ποσοστιαίες μονάδες, ωστόσο η μετεκλογική αριθμητική παραμένει σύνθετη.
Ο πολιτικός αναλυτής του SVT, Mats Knutson, σημείωσε ότι χωρίς τη συμμετοχή του Κόμματος του Κέντρου δεν μπορεί να διαμορφωθεί λειτουργική πλειοψηφία στο συγκεκριμένο πολιτικό σχήμα.
Όπως εξήγησε, για να προχωρήσει μια τέτοια συνεργασία θα απαιτηθεί είτε το Κόμμα του Κέντρου είτε το Αριστερό Κόμμα να εγκαταλείψουν ορισμένες από τις «κόκκινες γραμμές» που έχουν θέσει όσον αφορά πιθανές κυβερνητικές συνεργασίες.
Στο τραπέζι, πάντως, φαίνεται να υπάρχει και ένα εναλλακτικό σενάριο.
Αυτό προβλέπει συνεργασία των Χριστιανοδημοκρατών (KD) με τους Σοσιαλδημοκράτες (S), τους Πράσινους (MP) και το Κόμμα του Κέντρου (C).
Σύμφωνα με τον Fouad Youcefi, τα τέσσερα αυτά κόμματα θα μπορούσαν, βάσει των ποσοστών που καταγράφονται, να εξασφαλίσουν κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Η τελική μορφή της επόμενης κυβέρνησης, επομένως, αναμένεται να εξαρτηθεί από τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των κομμάτων και από το κατά πόσο θα υπάρξει διάθεση για υποχωρήσεις σε ζητήματα που μέχρι σήμερα θεωρούνταν αδιαπραγμάτευτα.
Ο θάνατος του οσιαλδημοκρατικού μοντέλου
Επί δεκαετίες, η Σουηδία υπήρξε σχεδόν συνώνυμη με λεγόμενο σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο σήμερα πραγματοποιεί μια ιστορικού χαρακτήρα πατριωτική στροφή.
Το εκτεταμένο κοινωνικό κράτος, οι ισχυρές συλλογικές συμβάσεις, η υψηλή φορολογία και η αντίληψη μιας κοινωνίας με σχετικά μικρές ανισότητες ταυτίστηκαν σε μεγάλο βαθμό ιστορικά με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα.
Στις εκλογές του 2026, όμως, η χώρα φτάνει σε ένα σημείο που πριν από δύο δεκαετίες θα έμοιαζε εξαιρετικά δύσκολο να προβλεφθεί: η πολιτική συζήτηση δεν περιστρέφεται πλέον γύρω από την κυριαρχία της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά γύρω από το εάν οι ακροδεξιοί Σουηδοί Δημοκράτες θα συμμετάσχουν για πρώτη φορά επίσημα στην κυβέρνηση.
Οι Σοσιαλδημοκράτες δεν έχουν καταρρεύσει ως εκλογική δύναμη.
Αυτό που έχει καταρρεύσει είναι η πολιτική ηγεμονία που κάποτε τους επέτρεπε να καθορίζουν σχεδόν μόνοι τους το κέντρο βάρους της σουηδικής πολιτικής.
Το 2006 είχαν ακόμη 34,99% των ψήφων.
Το 2010 υποχώρησαν στο 30,66%, ενώ το 2018 έφτασαν στο ιστορικά χαμηλό 28,26%.
Το 2022 ανέκαμψαν στο 30,33% και παρέμειναν το μεγαλύτερο κόμμα της χώρας, με 107 από τις 349 έδρες του Riksdag.
Το εντυπωσιακότερο στοιχείο της ίδιας περιόδου βρίσκεται στην απέναντι πλευρά.
Οι Σουηδοί Δημοκράτες, ένα πατριωτικό και αντιμεταναστευτικό κόμμα με ιστορικές ρίζες στην ακροδεξιά, συγκέντρωναν μόλις 2,93% το 2006 και βρίσκονταν εκτός Βουλής.
Το 2010 μπήκαν για πρώτη φορά στο κοινοβούλιο με 5,70%. Το 2018 έφτασαν στο 17,53% και τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2022, εκτινάχθηκαν στο 20,54%, κερδίζοντας 73 έδρες και τη θέση του δεύτερου μεγαλύτερου κόμματος της Σουηδίας, πάνω ακόμη και από τους παραδοσιακούς συντηρητικούς Μετριοπαθείς.
Αυτή είναι ίσως η βαθύτερη αλλαγή του σουηδικού πολιτικού συστήματος

Για χρόνια τα παραδοσιακά κόμματα αντιμετώπιζαν τους Σουηδούς Δημοκράτες ως πολιτικά απομονωμένους.
Μετά τις εκλογές του 2022, όμως, η κυβέρνηση του συντηρητικού πρωθυπουργού Ulf Kristersson στηρίχθηκε κοινοβουλευτικά στις ψήφους τους.
Οι Σουηδοί Δημοκράτες δεν κατείχαν υπουργεία, αλλά απέκτησαν σημαντική επιρροή στην κυβερνητική πολιτική, ιδιαίτερα στα ζητήματα μετανάστευσης, ασφάλειας και εγκληματικότητας.
Το 2026 ο Kristersson έκανε ένα ακόμη βήμα: έχει δηλώσει ότι, εάν το δεξιό μπλοκ επικρατήσει, είναι διατεθειμένος να τους εντάξει επισήμως σε κυβέρνηση συνασπισμού. Μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε ιστορική τομή για τη Σουηδία.

Οι επιδράση αλλεπάλληλων κρίσεων
Η άνοδος της άκρας δεξιάς δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από μια ιδεολογική μετατόπιση των Σουηδών προς τα δεξιά.
Συνδέεται με συγκεκριμένες κοινωνικές και πολιτικές κρίσεις.
Η μεγάλη μεταναστευτική εισροή της προηγούμενης δεκαετίας - η Σουηδία υποδέχθηκε περίπου 163.000 αιτούντες άσυλο το 2015- δημιούργησε έντονες συζητήσεις γύρω από την ένταξη, τις παράλληλες κοινωνίες και την πίεση στις δημόσιες υπηρεσίες.
Παράλληλα, η αύξηση της εγκληματικότητας που συνδέεται με συμμορίες και οι ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ εγκληματικών δικτύων μετέτρεψαν την ασφάλεια σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα.
Μέχρι το 2026, η κυβέρνηση είχε ήδη εφαρμόσει πολύ αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική, ενώ οι αιτήσεις ασύλου είχαν πέσει σε επίπεδα που το Reuters περιγράφει ως τα χαμηλότερα εδώ και περίπου τέσσερις δεκαετίες.
Το σημαντικότερο ίσως είναι ότι οι Σουηδοί Δημοκράτες δεν χρειάστηκε καν να κυβερνήσουν για να αλλάξουν τη χώρα.
Μέρος της ατζέντας τους υιοθετήθηκε σταδιακά από τα παραδοσιακά κόμματα.
Η αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική, η έμφαση στην αστυνόμευση, η σύνδεση της εγκληματικότητας με την αποτυχημένη ένταξη μεταναστών και μια περισσότερο περιοριστική συζήτηση γύρω από την υπηκοότητα έχουν περάσει πλέον στον πυρήνα του πολιτικού διαλόγου. Με αυτή την έννοια, η «στροφή προς τα δεξιά» της Σουηδίας είναι μεγαλύτερη από το ίδιο το εκλογικό ποσοστό της άκρας δεξιάς: έχει μετακινηθεί το σύνολο του πολιτικού φάσματος.
Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο των εκλογών του 2026.
Οι Σοσιαλδημοκράτες της Magdalena Andersson δεν βρίσκονται σε εκλογική κατάρρευση – αυτό που φαίνεται να έχει καταρρεύσει κατά τα φαινόμενα είναι ένα κοινωνικο/οικονομικό μοντέλο το οποίο δεν άντεξε την πίεση της παγκοσμιοποίησης και των ανοικτών αγορών και σαρώθηκε από την τραυματική εμπειρία της μετανάστευσης.
Αντιθέτως, λίγες ημέρες πριν από την κάλπη παρέμεναν με διαφορά το μεγαλύτερο κόμμα, με υποστήριξη γύρω στο 30%, ενώ το κεντροαριστερό μπλοκ διατηρούσε ένα μικρό προβάδισμα έναντι της δεξιάς.
Εκτιμήσεις που δημοσίευσε το Reuters στις 11 Σεπτεμβρίου έδιναν στα κόμματα της αντιπολίτευσης περίπου 175–180 από τις 349 έδρες, έναντι 169–174 για το κυβερνητικό μπλοκ.
Ωστόσο, η διαφορά είχε μειωθεί αισθητά όσο πλησίαζαν οι εκλογές.
Σε δημοσκόπηση της Novus στις αρχές Σεπτεμβρίου, η κεντροαριστερά βρισκόταν στο 50,3% και το δεξιό μπλοκ στο 47,9%.
Άρα, η πραγματική ιστορία της σύγχρονης Σουηδίας δεν είναι τόσο η εξαφάνιση της σοσιαλδημοκρατίας όσο η εξαφάνιση της σοσιαλδημοκρατικής Σουηδίας όπως τη γνωρίζαμε.
Τα πολιτικά σενάρια
Οι Σοσιαλδημοκράτες μπορούν ακόμη να κερδίσουν εκλογές και η Magdalena Andersson μπορεί ακόμη να επιστρέψει στην πρωθυπουργία.
Όμως δεν διαθέτουν πλέον την ιδεολογική και κοινωνική κυριαρχία του παρελθόντος. Ταυτόχρονα, ένα κόμμα που πριν από δεκαέξι χρόνια μόλις περνούσε το κατώφλι του κοινοβουλίου έχει εξελιχθεί σε απαραίτητο εταίρο της παραδοσιακής δεξιάς και διεκδικεί πλέον υπουργικές θέσεις.
Γι' αυτό και η κάλπη της 13ης Σεπτεμβρίου 2026 έχει σημασία πολύ μεγαλύτερη από το ποιος θα γίνει ο επόμενος πρωθυπουργός.
Όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα, όμως, ένα πράγμα έχει ήδη αλλάξει: η πολιτική ατζέντα της Σουηδίας βρίσκεται σήμερα πολύ δεξιότερα απ' ό,τι στις αρχές του 21ου αιώνα, και οι Σουηδοί Δημοκράτες έχουν συμβάλει καθοριστικά σε αυτή τη μετατόπιση.
Από το γερμανικό κρατίδιο Σαξωνίας-Anhalt στη Στοκχόλη
Η εικόνα στη Σουηδία δαποτελεί μέρος μιας ευρύτερης δομικής μετατόπισης που σαρώνει την ευρωπαϊκή ήπειρο.
Η σύνδεση της σουηδικής κάλπης με τις πρόσφατες εξελίξεις στη Γερμανία είναι άμεση.
Στη Σαξωνία -Anhalt , το ακροδεξιό κόμμα Alternative for Germany (AfD) πέτυχε μια ιστορική πρωτιά καταγράφοντας το εντυπωσιακό 43,8%, την ίδια στιγμή που το CDU του καγκελαρίου Friedrich Merz υπέστη συντριβή υποχωρώντας στο 17,2%.
ΗΣαξωνία -Anhalt μετατράπηκε στο απόλυτο «εργαστήριο» της λαϊκής δυσαρέσκειας.
Η παρατεταμένη αποβιομηχάνιση, η εκτόξευση του ενεργειακού κόστους, η δημογραφική γήρανση και το βαθύ αίσθημα της τοπικής κοινωνίας ότι έχει εγκαταλειφθεί από την κεντρική εξουσία στο Βερολίνο δημιούργησαν το κατάλληλο υπόστρωμα.
Παράλληλα, η επιθετική ρητορική κατά της μεταναστευτικής πολιτικής λειτούργησε ως ο κύριος καταλύτης συσπείρωσης.
Η Ευρώπη αλλάξει και ο άνεμος πνέει στα πανια της πατριωτικής δεξιάς...
www.bankingnews.gr
Εάν η δημοσκόπηση επιβεβαιωθεί, αυτό θα σημαίνει απόρριψη για τον εν ενεργεία πρωθυπουργό Ulf Kristersson και μιας σημαντικής πολιτικής στροφής για τη Σουηδία.
Επίσης ηγέτης του συντηρητικού Moderaterna — Μετριοπαθούς Κόμματος είχε αποφασίσει να συνεργαστεί στενά με τους Σουηδούς Δημοκράτες και είχε υποσχεθεί ότι, εάν κέρδιζε τις εκλογές, θα τους έδινε για πρώτη φορά θέσεις στο υπουργικό συμβούλιο.
Τα πρώτα αποτελέσματα
Σύμφωνα με τη δημόσια σουηδική τηλεόραση SVT, το αριστερό μπλοκ της Andersson βρίσκεται σε τροχιά να συγκεντρώσει το 51,3% των ψήφων.
Το εκλογικό σύστημα της Σουηδίας βασίζεται στην αναλογική εκπροσώπηση.
Η δεξιά συμμαχία του Kristersson προβλέπεται να λάβει 46,8%.
Η εικόνα αναμένεται να ξεκαθαρίσει αργότερα το βράδυ της Κυριακής (13/9), όταν τα τηλεοπτικά δίκτυα θα ανακοινώσουν επικαιροποιημένες προβλέψεις, αφού έχει καταμετρηθεί ένας κρίσιμος αριθμός εκλογικών περιφερειών.
Όποιος κι αν επικρατήσει τελικά, οι ηγέτες των κομμάτων θα χρειαστούν εβδομάδες για να οριστικοποιήσουν μια νέα συμφωνία κυβερνητικού συνασπισμού.
Με την προοπτική η άκρα δεξιά να μπει για πρώτη φορά στην κυβέρνηση, η ψηφοφορία αποτελεί μια κομβική στιγμή για τη Σουηδία, η οποία θα παρακολουθηθεί στενά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, όπου και άλλα πατριωτικά κόμματα ενισχύονται.
Για μήνες, το μπλοκ των Σισιαλδημοκρατών —στο οποίο περιλαμβάνονται το Vänsterpartiet — Αριστερό Κόμμα, με τις κομμουνιστικές του ρίζες, καθώς και οι Miljöpartiet — Πράσινοι— διατηρούσε ένα άνετο προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις. Ωστόσο, αυτό το προβάδισμα μειώθηκε δραματικά τις τελευταίες δύο εβδομάδες της προεκλογικής εκστρατείας, με μία δημοσκόπηση την παραμονή των εκλογών να δείχνει τα δύο αντίπαλα μπλοκ σε απόλυτη ισοπαλία.
Οι σύμμαχοι του Kristersson στη δεξιά ενδέχεται τώρα να αναρωτηθούν αν έκανε λάθος επιλέγοντας τόσο στενή συνεργασία με τους αμφιλεγόμενους Σουηδούς Δημοκράτες και τον ηγέτη τους, Jimmie Åkesson.
Ο Kristersson και ο Åkesson προσπάθησαν να πείσουν τους ψηφοφόρους ότι άξιζαν μια ακόμη κυβερνητική θητεία, ώστε να ολοκληρώσουν το έργο που είχαν ξεκινήσει — ιδιαίτερα όσον αφορά τη μείωση της βίαιης εγκληματικότητας και τον περιορισμό της μετανάστευσης.
Η πρροβοκάτια περί ρωσικής επιρροής στις εκλογές
Την κατάσταση για τον Kristersson δεν βοήθησε το γεγονός ότι η παράταξή του αναγκάστηκε τις τελευταίες ημέρες της προεκλογικής εκστρατείας να αντιμετωπίσει μια εκτεταμένη προπαγάνδα περί ρωσικής διείσδυσης.
Μιλώντας στο POLITICO την Παρασκευή (11/9), ο Kristersson υποστήριξε ότι ο πραγματικός κίνδυνος για την ασφάλεια βρίσκεται στους συμμάχους της Andersson, δεδομένου ότι δύο από τα κόμματα με τα οποία ενδέχεται να κυβερνήσει είχαν αντιταχθεί στην ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ, πριν τελικά η χώρα προσχωρήσει στη Συμμαχία.

Σύμφωνα με τα πρώτα exit polls
• Centerpartiet (C) — Κόμμα του Κέντρου: 7.5% (+0.8)
• Vänsterpartiet (V) — Αριστερό Κόμμα: 8.0% (+1.3)
• Kristdemokraterna (KD) — Χριστιανοδημοκράτες: 6.1% (+0.8)
• Miljöpartiet (MP) — Κόμμα των Πρασίνων: 7.0% (+1.9)
• Moderaterna (M) — Μετριοπαθές Κόμμα: 18.1% (-1.0)
• Sverigedemokraterna (SD) — Σουηδοί Δημοκράτες: 17.2% (-3.3)
• Socialdemokraterna (S) — Σοσιαλδημοκράτες: 28.4% (-1.9)
• Liberalerna (L) — Φιλελεύθεροι: 5.4% (+0.8)
Δύσκολη εξίσωση ο σχηματισμός κυβέρνησης - Τα σενάρια
Ο σχηματισμός κυβέρνησης μετά τις εκλογές στη Σουηδία ενδέχεται να αποδειχθεί χρονοβόρος, καθώς τα αποτελέσματα του exit poll της δημόσιας τηλεόρασης SVT δεν δίνουν ξεκάθαρη εικόνα για το ποια πολιτική συμμαχία θα μπορέσει να εξασφαλίσει σταθερή πλειοψηφία.
Σύμφωνα με το SVT Valu, οι Σοσιαλδημοκράτες (S), οι Πράσινοι (MP), το Αριστερό Κόμμα (V) και το Κόμμα του Κέντρου (C) συγκεντρώνουν συνολικά 51,3%, ενώ οι Μετριοπαθείς (M), οι Χριστιανοδημοκράτες (KD), οι Φιλελεύθεροι (L) και οι Σουηδοί Δημοκράτες (SD) φτάνουν στο 46,8%.
Η διαφορά μεταξύ των δύο μπλοκ ανέρχεται έτσι σε 4,5 ποσοστιαίες μονάδες, ωστόσο η μετεκλογική αριθμητική παραμένει σύνθετη.
Ο πολιτικός αναλυτής του SVT, Mats Knutson, σημείωσε ότι χωρίς τη συμμετοχή του Κόμματος του Κέντρου δεν μπορεί να διαμορφωθεί λειτουργική πλειοψηφία στο συγκεκριμένο πολιτικό σχήμα.
Όπως εξήγησε, για να προχωρήσει μια τέτοια συνεργασία θα απαιτηθεί είτε το Κόμμα του Κέντρου είτε το Αριστερό Κόμμα να εγκαταλείψουν ορισμένες από τις «κόκκινες γραμμές» που έχουν θέσει όσον αφορά πιθανές κυβερνητικές συνεργασίες.
Στο τραπέζι, πάντως, φαίνεται να υπάρχει και ένα εναλλακτικό σενάριο.
Αυτό προβλέπει συνεργασία των Χριστιανοδημοκρατών (KD) με τους Σοσιαλδημοκράτες (S), τους Πράσινους (MP) και το Κόμμα του Κέντρου (C).
Σύμφωνα με τον Fouad Youcefi, τα τέσσερα αυτά κόμματα θα μπορούσαν, βάσει των ποσοστών που καταγράφονται, να εξασφαλίσουν κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Η τελική μορφή της επόμενης κυβέρνησης, επομένως, αναμένεται να εξαρτηθεί από τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των κομμάτων και από το κατά πόσο θα υπάρξει διάθεση για υποχωρήσεις σε ζητήματα που μέχρι σήμερα θεωρούνταν αδιαπραγμάτευτα.
Ο θάνατος του οσιαλδημοκρατικού μοντέλου
Επί δεκαετίες, η Σουηδία υπήρξε σχεδόν συνώνυμη με λεγόμενο σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο σήμερα πραγματοποιεί μια ιστορικού χαρακτήρα πατριωτική στροφή.
Το εκτεταμένο κοινωνικό κράτος, οι ισχυρές συλλογικές συμβάσεις, η υψηλή φορολογία και η αντίληψη μιας κοινωνίας με σχετικά μικρές ανισότητες ταυτίστηκαν σε μεγάλο βαθμό ιστορικά με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα.
Στις εκλογές του 2026, όμως, η χώρα φτάνει σε ένα σημείο που πριν από δύο δεκαετίες θα έμοιαζε εξαιρετικά δύσκολο να προβλεφθεί: η πολιτική συζήτηση δεν περιστρέφεται πλέον γύρω από την κυριαρχία της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά γύρω από το εάν οι ακροδεξιοί Σουηδοί Δημοκράτες θα συμμετάσχουν για πρώτη φορά επίσημα στην κυβέρνηση.
Οι Σοσιαλδημοκράτες δεν έχουν καταρρεύσει ως εκλογική δύναμη.
Αυτό που έχει καταρρεύσει είναι η πολιτική ηγεμονία που κάποτε τους επέτρεπε να καθορίζουν σχεδόν μόνοι τους το κέντρο βάρους της σουηδικής πολιτικής.
Το 2006 είχαν ακόμη 34,99% των ψήφων.
Το 2010 υποχώρησαν στο 30,66%, ενώ το 2018 έφτασαν στο ιστορικά χαμηλό 28,26%.
Το 2022 ανέκαμψαν στο 30,33% και παρέμειναν το μεγαλύτερο κόμμα της χώρας, με 107 από τις 349 έδρες του Riksdag.
Το εντυπωσιακότερο στοιχείο της ίδιας περιόδου βρίσκεται στην απέναντι πλευρά.
Οι Σουηδοί Δημοκράτες, ένα πατριωτικό και αντιμεταναστευτικό κόμμα με ιστορικές ρίζες στην ακροδεξιά, συγκέντρωναν μόλις 2,93% το 2006 και βρίσκονταν εκτός Βουλής.
Το 2010 μπήκαν για πρώτη φορά στο κοινοβούλιο με 5,70%. Το 2018 έφτασαν στο 17,53% και τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2022, εκτινάχθηκαν στο 20,54%, κερδίζοντας 73 έδρες και τη θέση του δεύτερου μεγαλύτερου κόμματος της Σουηδίας, πάνω ακόμη και από τους παραδοσιακούς συντηρητικούς Μετριοπαθείς.
Αυτή είναι ίσως η βαθύτερη αλλαγή του σουηδικού πολιτικού συστήματος
Για χρόνια τα παραδοσιακά κόμματα αντιμετώπιζαν τους Σουηδούς Δημοκράτες ως πολιτικά απομονωμένους.
Μετά τις εκλογές του 2022, όμως, η κυβέρνηση του συντηρητικού πρωθυπουργού Ulf Kristersson στηρίχθηκε κοινοβουλευτικά στις ψήφους τους.
Οι Σουηδοί Δημοκράτες δεν κατείχαν υπουργεία, αλλά απέκτησαν σημαντική επιρροή στην κυβερνητική πολιτική, ιδιαίτερα στα ζητήματα μετανάστευσης, ασφάλειας και εγκληματικότητας.
Το 2026 ο Kristersson έκανε ένα ακόμη βήμα: έχει δηλώσει ότι, εάν το δεξιό μπλοκ επικρατήσει, είναι διατεθειμένος να τους εντάξει επισήμως σε κυβέρνηση συνασπισμού. Μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε ιστορική τομή για τη Σουηδία.

Οι επιδράση αλλεπάλληλων κρίσεων
Η άνοδος της άκρας δεξιάς δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από μια ιδεολογική μετατόπιση των Σουηδών προς τα δεξιά.
Συνδέεται με συγκεκριμένες κοινωνικές και πολιτικές κρίσεις.
Η μεγάλη μεταναστευτική εισροή της προηγούμενης δεκαετίας - η Σουηδία υποδέχθηκε περίπου 163.000 αιτούντες άσυλο το 2015- δημιούργησε έντονες συζητήσεις γύρω από την ένταξη, τις παράλληλες κοινωνίες και την πίεση στις δημόσιες υπηρεσίες.
Παράλληλα, η αύξηση της εγκληματικότητας που συνδέεται με συμμορίες και οι ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ εγκληματικών δικτύων μετέτρεψαν την ασφάλεια σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα.
Μέχρι το 2026, η κυβέρνηση είχε ήδη εφαρμόσει πολύ αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική, ενώ οι αιτήσεις ασύλου είχαν πέσει σε επίπεδα που το Reuters περιγράφει ως τα χαμηλότερα εδώ και περίπου τέσσερις δεκαετίες.
Το σημαντικότερο ίσως είναι ότι οι Σουηδοί Δημοκράτες δεν χρειάστηκε καν να κυβερνήσουν για να αλλάξουν τη χώρα.
Μέρος της ατζέντας τους υιοθετήθηκε σταδιακά από τα παραδοσιακά κόμματα.
Η αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική, η έμφαση στην αστυνόμευση, η σύνδεση της εγκληματικότητας με την αποτυχημένη ένταξη μεταναστών και μια περισσότερο περιοριστική συζήτηση γύρω από την υπηκοότητα έχουν περάσει πλέον στον πυρήνα του πολιτικού διαλόγου. Με αυτή την έννοια, η «στροφή προς τα δεξιά» της Σουηδίας είναι μεγαλύτερη από το ίδιο το εκλογικό ποσοστό της άκρας δεξιάς: έχει μετακινηθεί το σύνολο του πολιτικού φάσματος.
Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο των εκλογών του 2026.
Οι Σοσιαλδημοκράτες της Magdalena Andersson δεν βρίσκονται σε εκλογική κατάρρευση – αυτό που φαίνεται να έχει καταρρεύσει κατά τα φαινόμενα είναι ένα κοινωνικο/οικονομικό μοντέλο το οποίο δεν άντεξε την πίεση της παγκοσμιοποίησης και των ανοικτών αγορών και σαρώθηκε από την τραυματική εμπειρία της μετανάστευσης.
Αντιθέτως, λίγες ημέρες πριν από την κάλπη παρέμεναν με διαφορά το μεγαλύτερο κόμμα, με υποστήριξη γύρω στο 30%, ενώ το κεντροαριστερό μπλοκ διατηρούσε ένα μικρό προβάδισμα έναντι της δεξιάς.
Εκτιμήσεις που δημοσίευσε το Reuters στις 11 Σεπτεμβρίου έδιναν στα κόμματα της αντιπολίτευσης περίπου 175–180 από τις 349 έδρες, έναντι 169–174 για το κυβερνητικό μπλοκ.
Ωστόσο, η διαφορά είχε μειωθεί αισθητά όσο πλησίαζαν οι εκλογές.
Σε δημοσκόπηση της Novus στις αρχές Σεπτεμβρίου, η κεντροαριστερά βρισκόταν στο 50,3% και το δεξιό μπλοκ στο 47,9%.
Άρα, η πραγματική ιστορία της σύγχρονης Σουηδίας δεν είναι τόσο η εξαφάνιση της σοσιαλδημοκρατίας όσο η εξαφάνιση της σοσιαλδημοκρατικής Σουηδίας όπως τη γνωρίζαμε.
Τα πολιτικά σενάρια
Οι Σοσιαλδημοκράτες μπορούν ακόμη να κερδίσουν εκλογές και η Magdalena Andersson μπορεί ακόμη να επιστρέψει στην πρωθυπουργία.
Όμως δεν διαθέτουν πλέον την ιδεολογική και κοινωνική κυριαρχία του παρελθόντος. Ταυτόχρονα, ένα κόμμα που πριν από δεκαέξι χρόνια μόλις περνούσε το κατώφλι του κοινοβουλίου έχει εξελιχθεί σε απαραίτητο εταίρο της παραδοσιακής δεξιάς και διεκδικεί πλέον υπουργικές θέσεις.
Γι' αυτό και η κάλπη της 13ης Σεπτεμβρίου 2026 έχει σημασία πολύ μεγαλύτερη από το ποιος θα γίνει ο επόμενος πρωθυπουργός.
Όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα, όμως, ένα πράγμα έχει ήδη αλλάξει: η πολιτική ατζέντα της Σουηδίας βρίσκεται σήμερα πολύ δεξιότερα απ' ό,τι στις αρχές του 21ου αιώνα, και οι Σουηδοί Δημοκράτες έχουν συμβάλει καθοριστικά σε αυτή τη μετατόπιση.
Από το γερμανικό κρατίδιο Σαξωνίας-Anhalt στη Στοκχόλη
Η εικόνα στη Σουηδία δαποτελεί μέρος μιας ευρύτερης δομικής μετατόπισης που σαρώνει την ευρωπαϊκή ήπειρο.
Η σύνδεση της σουηδικής κάλπης με τις πρόσφατες εξελίξεις στη Γερμανία είναι άμεση.
Στη Σαξωνία -Anhalt , το ακροδεξιό κόμμα Alternative for Germany (AfD) πέτυχε μια ιστορική πρωτιά καταγράφοντας το εντυπωσιακό 43,8%, την ίδια στιγμή που το CDU του καγκελαρίου Friedrich Merz υπέστη συντριβή υποχωρώντας στο 17,2%.
ΗΣαξωνία -Anhalt μετατράπηκε στο απόλυτο «εργαστήριο» της λαϊκής δυσαρέσκειας.
Η παρατεταμένη αποβιομηχάνιση, η εκτόξευση του ενεργειακού κόστους, η δημογραφική γήρανση και το βαθύ αίσθημα της τοπικής κοινωνίας ότι έχει εγκαταλειφθεί από την κεντρική εξουσία στο Βερολίνο δημιούργησαν το κατάλληλο υπόστρωμα.
Παράλληλα, η επιθετική ρητορική κατά της μεταναστευτικής πολιτικής λειτούργησε ως ο κύριος καταλύτης συσπείρωσης.
Η Ευρώπη αλλάξει και ο άνεμος πνέει στα πανια της πατριωτικής δεξιάς...
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών