Η νέα εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου επαναφέρει στο προσκήνιο τον κίνδυνο διατήρησης του πληθωρισμού σε υψηλά επίπεδα
Η Wall Street κινείται σε αρνητικό έδαφος για δεύτερη συνεχόμενη συνεδρίαση, καθώς η νέα άνοδος στις τιμές του πετρελαίου, οι επίμονα υψηλές αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων και οι αυξανόμενες αμφιβολίες για τον τρόπο χρηματοδότησης της τεράστιας επενδυτικής δαπάνης στην τεχνητή νοημοσύνη επιβαρύνουν το επενδυτικό κλίμα.
Ο βιομηχανικός Dow Jones καταγράφει πτώση 0,06% στις 51.150,74 μονάδες, ενώ ο δείκτης - βαρόμετρο S&P 500 υποχωρεί 0,27% στις 7.780,42 μονάδες. Απώλειες 0,56% σημειώνει και ο τεχνολογικός Nasdaq, ο οποίος διαμορφώνεται στις 27.385,88 μονάδες. Τέλος, ο δείκτης χαμηλής κεφαλαιοποίησης Russell καταγράφει απώλειες 0,54%, στις 2.778,18 μονάδες.
Βασικός παράγοντας πίεσης είναι η νέα αναστάτωση στις ενεργειακές αγορές. Η τιμή του Brent ενισχύεται σχεδόν 5%, υπερβαίνοντας τα 105 δολάρια το βαρέλι, καθώς η κλιμάκωση των επιθέσεων στον Περσικό Κόλπο και στα Στενά του Hormuz επαναφέρει στο προσκήνιο τους φόβους για σοβαρές αναταράξεις στις διεθνείς ροές ενέργειας.
Παράλληλα, η πληροφορία ότι ο Λευκός Οίκος έχει ζητήσει από το Πεντάγωνο να εξετάσει νέες στρατιωτικές επιλογές απέναντι στο Ιράν εντείνει την αβεβαιότητα σχετικά με την πορεία της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Στο ήδη βεβαρημένο σκηνικό προστίθεται και η παρουσία του τυφώνα Isaias στον Κόλπο, ο οποίος δημιουργεί έναν επιπλέον πιθανό κίνδυνο για την ομαλή τροφοδοσία της ενεργειακής αγοράς.
Φόβοι για πληθωρισμό
Η νέα εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου επαναφέρει στο προσκήνιο τον κίνδυνο διατήρησης του πληθωρισμού σε υψηλά επίπεδα, γεγονός που θα μπορούσε να αναγκάσει τη Federal Reserve να κρατήσει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα αυστηρή τη νομισματική της πολιτική.
Στην αγορά ομολόγων, η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού Treasury αυξάνεται κατά περισσότερες από πέντε μονάδες βάσης και φτάνει στο 5,331%, παραμένοντας κοντά στα υψηλότερα επίπεδα από το 2002. Ανοδικά κινείται και η απόδοση του 30ετούς, στο 5,702%, καταγράφοντας επίσης επίπεδα που προσεγγίζουν υψηλό 24 ετών, μετά την άνοδο κατά περισσότερες από τέσσερις μονάδες βάσης.
Ο συνδυασμός ακριβότερου πετρελαίου και υψηλότερων αποδόσεων δημιουργεί ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον για τις μετοχές, καθώς επιβαρύνει ταυτόχρονα το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων και ενισχύει τον κίνδυνο αναζωπύρωσης των πληθωριστικών πιέσεων.
Στο μέτωπο της νομισματικής πολιτικής, ο διοικητής της Fed Christopher Waller άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων επιτοκίων, εκτιμώντας ότι ενδέχεται να απαιτηθούν πρόσθετες παρεμβάσεις προκειμένου ο πληθωρισμός να επανέλθει στον στόχο του 2%.
Σε ομιλία του την Πέμπτη στην Κωνσταντινούπολη, ο Waller υπογράμμισε ωστόσο ότι η Fed έχει περιθώριο ευελιξίας ως προς τον χρόνο των κινήσεών της και δεν είναι αναγκαίο να προχωρά σε αυξήσεις σε κάθε διαδοχική συνεδρίαση. Όπως ανέφερε, εφόσον τα οικονομικά δεδομένα εξακολουθήσουν να κινούνται όπως αναμένεται, προβλέπει νέες αυξήσεις επιτοκίων ώστε ο πληθωρισμός να επιστρέψει ταχύτερα στον στόχο του 2%.
Οι αγορές θεωρούν πλέον ως πιθανότερο σενάριο η Fed να αφήσει αμετάβλητα τα επιτόκια στη συνεδρίαση του Οκτωβρίου, ενώ εξακολουθούν να τιμολογούν μια αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης τον Δεκέμβριο.
Τα νεότερα δεδομένα από την αγορά εργασίας δεν αλλάζουν ουσιαστικά τις συγκεκριμένες προσδοκίες. Οι νέες αιτήσεις για επίδομα ανεργίας μειώθηκαν στις 197.000 την εβδομάδα έως τις 3 Οκτωβρίου, έναντι πρόβλεψης για 200.000, σημειώνοντας το χαμηλότερο επίπεδο από τον Ιούλιο. Την ίδια στιγμή, οι συνεχιζόμενες αιτήσεις αυξήθηκαν κατά 17.000, φτάνοντας τα 1,72 εκατομμύρια, ένδειξη ότι οι απολύσεις εξακολουθούν να είναι περιορισμένες, την ώρα που οι προσλήψεις επιβραδύνονται.
Στο ταμπλό
Στο χρηματιστηριακό ταμπλό, οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες βρίσκονται ξανά υπό πίεση. Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων καθιστά λιγότερο ελκυστικές τις υψηλές αποτιμήσεις του τεχνολογικού κλάδου. Η Amazon, η Tesla και η Nvidia υποχωρούν μεταξύ 0,4% και 1%, ενώ οι Marvell Technology, AMD και Intel καταγράφουν απώλειες περίπου 2% η καθεμία. Η Micron Technology κινείται επίσης χαμηλότερα, με πτώση 1,3%, παρά τα ισχυρά αποτελέσματα που συνεχίζουν να καταγράφουν οι επιχειρήσεις του παγκόσμιου κλάδου ημιαγωγών.
Στην Ασία, η Samsung Electronics ανακοίνωσε προκαταρκτικά αποτελέσματα που δείχνουν σχεδόν εννεαπλασιασμό των λειτουργικών κερδών της. Παρ' όλα αυτά, η επίδοση δεν στάθηκε αρκετή για να ανταποκριθεί στις ακόμη υψηλότερες προσδοκίες της αγοράς, με τη μετοχή να υποχωρεί κατά 2,4% στη Σεούλ. Αντίστοιχα, η Taiwan Semiconductor Manufacturing (TSMC) ανακοίνωσε αύξηση πωλήσεων κατά 51%, χωρίς όμως να καταφέρει να αναστρέψει το αρνητικό επενδυτικό κλίμα.
Πλέον, οι επενδυτές στρέφουν μεγαλύτερο μέρος της προσοχής τους στο κόστος χρηματοδότησης της έκρηξης των επενδύσεων στην τεχνολογία. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, η Broadcom προετοιμάζει χρηματοδότηση ύψους 50 δισ. δολαρίων για την OpenAI, ενώ και η Oracle αναζητά επιπλέον κεφάλαια. Παράλληλα, το Bloomberg αναφέρει ότι η Broadcom έχει ήδη ξεκινήσει διαδικασία χρηματοδότησης μέσω χρέους ύψους 60 δισ. δολαρίων, με στόχο να στηρίξει την ανάπτυξη υποδομών τεχνητής νοημοσύνης της Anthropic.
Οι συγκεκριμένες κινήσεις ενισχύουν τις ανησυχίες ότι οι τεράστιες ανάγκες κεφαλαίων των τεχνολογικών κολοσσών μπορεί να οδηγήσουν σε ακόμη μεγαλύτερη προσφορά εταιρικού χρέους. Αυτό θα μπορούσε να εντείνει τον ανταγωνισμό για διαθέσιμα επενδυτικά κεφάλαια και να διατηρήσει την ανοδική πίεση στο κόστος χρήματος.
Σημάδι της αυξημένης επιφυλακτικότητας των επενδυτών αποτελεί και η περίπτωση της αυστραλιανής Firmus Grid. Η προγραμματισμένη εισαγωγή της στο χρηματιστήριο δεν φαίνεται να προσέλκυσε επαρκή ζήτηση στην τιμή που είχε προταθεί, σύμφωνα με πληροφορίες του Bloomberg.
Πιέσεις καταγράφονται και στις τραπεζικές μετοχές, με τις Bank of America και Citigroup να υποχωρούν περίπου 1%, καθώς το υψηλότερο κόστος χρήματος και η επιδείνωση του επενδυτικού κλίματος επηρεάζουν τον χρηματοπιστωτικό κλάδο.
Αισιοδοξία για τις εταιρείες
Παρά το αρνητικό κλίμα στις αγορές, οι αναλυτές εξακολουθούν να βλέπουν την επικείμενη περίοδο εταιρικών αποτελεσμάτων ως πιθανή πηγή στήριξης για τις μετοχές. Τα στοιχεία της LSEG δείχνουν ότι τα κέρδη των εταιρειών του S&P 500 αναμένεται να αυξηθούν κατά 30,6% σε ετήσια βάση το τρίτο τρίμηνο, με τις εταιρείες τεχνολογίας και ενέργειας να αναμένεται να παρουσιάσουν τις ισχυρότερες επιδόσεις.
Στο ίδιο μήκος κύματος, η FactSet υπολογίζει ότι η αύξηση των κερδών θα διαμορφωθεί περίπου στο 30%. Εφόσον η εκτίμηση επιβεβαιωθεί, θα πρόκειται για το τρίτο διαδοχικό τρίμηνο κατά το οποίο ο ρυθμός αύξησης της κερδοφορίας θα ξεπερνά το 25%.
Ακόμη υψηλότερη πρόβλεψη δίνει η Deutsche Bank, η οποία τοποθετεί την αύξηση της κερδοφορίας στο 34%. Για τους μεγάλους τεχνολογικούς ομίλους, μάλιστα, αναμένει άνοδο περίπου 54%, με την επίδοση να αποδίδεται στη συνεχιζόμενη ισχυρή ζήτηση που συνδέεται με την τεχνητή νοημοσύνη.
Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στις μεγάλες αμερικανικές τράπεζες, καθώς η JPMorgan Chase και άλλοι χρηματοπιστωτικοί όμιλοι αναμένεται να δημοσιοποιήσουν τα αποτελέσματά τους την επόμενη εβδομάδα. Το κρίσιμο ερώτημα για τις αγορές είναι αν η ισχυρή εταιρική κερδοφορία θα μπορέσει να συνεχίσει να λειτουργεί ως αντίβαρο στις πιέσεις που προκαλούν οι υψηλές αποδόσεις των ομολόγων και η ολοένα μεγαλύτερη αβεβαιότητα γύρω από το κόστος των επενδύσεων.
www.bankingnews.gr
Ο βιομηχανικός Dow Jones καταγράφει πτώση 0,06% στις 51.150,74 μονάδες, ενώ ο δείκτης - βαρόμετρο S&P 500 υποχωρεί 0,27% στις 7.780,42 μονάδες. Απώλειες 0,56% σημειώνει και ο τεχνολογικός Nasdaq, ο οποίος διαμορφώνεται στις 27.385,88 μονάδες. Τέλος, ο δείκτης χαμηλής κεφαλαιοποίησης Russell καταγράφει απώλειες 0,54%, στις 2.778,18 μονάδες.
Βασικός παράγοντας πίεσης είναι η νέα αναστάτωση στις ενεργειακές αγορές. Η τιμή του Brent ενισχύεται σχεδόν 5%, υπερβαίνοντας τα 105 δολάρια το βαρέλι, καθώς η κλιμάκωση των επιθέσεων στον Περσικό Κόλπο και στα Στενά του Hormuz επαναφέρει στο προσκήνιο τους φόβους για σοβαρές αναταράξεις στις διεθνείς ροές ενέργειας.
Παράλληλα, η πληροφορία ότι ο Λευκός Οίκος έχει ζητήσει από το Πεντάγωνο να εξετάσει νέες στρατιωτικές επιλογές απέναντι στο Ιράν εντείνει την αβεβαιότητα σχετικά με την πορεία της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Στο ήδη βεβαρημένο σκηνικό προστίθεται και η παρουσία του τυφώνα Isaias στον Κόλπο, ο οποίος δημιουργεί έναν επιπλέον πιθανό κίνδυνο για την ομαλή τροφοδοσία της ενεργειακής αγοράς.
Φόβοι για πληθωρισμό
Η νέα εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου επαναφέρει στο προσκήνιο τον κίνδυνο διατήρησης του πληθωρισμού σε υψηλά επίπεδα, γεγονός που θα μπορούσε να αναγκάσει τη Federal Reserve να κρατήσει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα αυστηρή τη νομισματική της πολιτική.
Στην αγορά ομολόγων, η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού Treasury αυξάνεται κατά περισσότερες από πέντε μονάδες βάσης και φτάνει στο 5,331%, παραμένοντας κοντά στα υψηλότερα επίπεδα από το 2002. Ανοδικά κινείται και η απόδοση του 30ετούς, στο 5,702%, καταγράφοντας επίσης επίπεδα που προσεγγίζουν υψηλό 24 ετών, μετά την άνοδο κατά περισσότερες από τέσσερις μονάδες βάσης.
Ο συνδυασμός ακριβότερου πετρελαίου και υψηλότερων αποδόσεων δημιουργεί ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον για τις μετοχές, καθώς επιβαρύνει ταυτόχρονα το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων και ενισχύει τον κίνδυνο αναζωπύρωσης των πληθωριστικών πιέσεων.
Στο μέτωπο της νομισματικής πολιτικής, ο διοικητής της Fed Christopher Waller άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων επιτοκίων, εκτιμώντας ότι ενδέχεται να απαιτηθούν πρόσθετες παρεμβάσεις προκειμένου ο πληθωρισμός να επανέλθει στον στόχο του 2%.
Σε ομιλία του την Πέμπτη στην Κωνσταντινούπολη, ο Waller υπογράμμισε ωστόσο ότι η Fed έχει περιθώριο ευελιξίας ως προς τον χρόνο των κινήσεών της και δεν είναι αναγκαίο να προχωρά σε αυξήσεις σε κάθε διαδοχική συνεδρίαση. Όπως ανέφερε, εφόσον τα οικονομικά δεδομένα εξακολουθήσουν να κινούνται όπως αναμένεται, προβλέπει νέες αυξήσεις επιτοκίων ώστε ο πληθωρισμός να επιστρέψει ταχύτερα στον στόχο του 2%.
Οι αγορές θεωρούν πλέον ως πιθανότερο σενάριο η Fed να αφήσει αμετάβλητα τα επιτόκια στη συνεδρίαση του Οκτωβρίου, ενώ εξακολουθούν να τιμολογούν μια αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης τον Δεκέμβριο.
Τα νεότερα δεδομένα από την αγορά εργασίας δεν αλλάζουν ουσιαστικά τις συγκεκριμένες προσδοκίες. Οι νέες αιτήσεις για επίδομα ανεργίας μειώθηκαν στις 197.000 την εβδομάδα έως τις 3 Οκτωβρίου, έναντι πρόβλεψης για 200.000, σημειώνοντας το χαμηλότερο επίπεδο από τον Ιούλιο. Την ίδια στιγμή, οι συνεχιζόμενες αιτήσεις αυξήθηκαν κατά 17.000, φτάνοντας τα 1,72 εκατομμύρια, ένδειξη ότι οι απολύσεις εξακολουθούν να είναι περιορισμένες, την ώρα που οι προσλήψεις επιβραδύνονται.
Στο ταμπλό
Στο χρηματιστηριακό ταμπλό, οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες βρίσκονται ξανά υπό πίεση. Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων καθιστά λιγότερο ελκυστικές τις υψηλές αποτιμήσεις του τεχνολογικού κλάδου. Η Amazon, η Tesla και η Nvidia υποχωρούν μεταξύ 0,4% και 1%, ενώ οι Marvell Technology, AMD και Intel καταγράφουν απώλειες περίπου 2% η καθεμία. Η Micron Technology κινείται επίσης χαμηλότερα, με πτώση 1,3%, παρά τα ισχυρά αποτελέσματα που συνεχίζουν να καταγράφουν οι επιχειρήσεις του παγκόσμιου κλάδου ημιαγωγών.
Στην Ασία, η Samsung Electronics ανακοίνωσε προκαταρκτικά αποτελέσματα που δείχνουν σχεδόν εννεαπλασιασμό των λειτουργικών κερδών της. Παρ' όλα αυτά, η επίδοση δεν στάθηκε αρκετή για να ανταποκριθεί στις ακόμη υψηλότερες προσδοκίες της αγοράς, με τη μετοχή να υποχωρεί κατά 2,4% στη Σεούλ. Αντίστοιχα, η Taiwan Semiconductor Manufacturing (TSMC) ανακοίνωσε αύξηση πωλήσεων κατά 51%, χωρίς όμως να καταφέρει να αναστρέψει το αρνητικό επενδυτικό κλίμα.
Πλέον, οι επενδυτές στρέφουν μεγαλύτερο μέρος της προσοχής τους στο κόστος χρηματοδότησης της έκρηξης των επενδύσεων στην τεχνολογία. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, η Broadcom προετοιμάζει χρηματοδότηση ύψους 50 δισ. δολαρίων για την OpenAI, ενώ και η Oracle αναζητά επιπλέον κεφάλαια. Παράλληλα, το Bloomberg αναφέρει ότι η Broadcom έχει ήδη ξεκινήσει διαδικασία χρηματοδότησης μέσω χρέους ύψους 60 δισ. δολαρίων, με στόχο να στηρίξει την ανάπτυξη υποδομών τεχνητής νοημοσύνης της Anthropic.
Οι συγκεκριμένες κινήσεις ενισχύουν τις ανησυχίες ότι οι τεράστιες ανάγκες κεφαλαίων των τεχνολογικών κολοσσών μπορεί να οδηγήσουν σε ακόμη μεγαλύτερη προσφορά εταιρικού χρέους. Αυτό θα μπορούσε να εντείνει τον ανταγωνισμό για διαθέσιμα επενδυτικά κεφάλαια και να διατηρήσει την ανοδική πίεση στο κόστος χρήματος.
Σημάδι της αυξημένης επιφυλακτικότητας των επενδυτών αποτελεί και η περίπτωση της αυστραλιανής Firmus Grid. Η προγραμματισμένη εισαγωγή της στο χρηματιστήριο δεν φαίνεται να προσέλκυσε επαρκή ζήτηση στην τιμή που είχε προταθεί, σύμφωνα με πληροφορίες του Bloomberg.
Πιέσεις καταγράφονται και στις τραπεζικές μετοχές, με τις Bank of America και Citigroup να υποχωρούν περίπου 1%, καθώς το υψηλότερο κόστος χρήματος και η επιδείνωση του επενδυτικού κλίματος επηρεάζουν τον χρηματοπιστωτικό κλάδο.
Αισιοδοξία για τις εταιρείες
Παρά το αρνητικό κλίμα στις αγορές, οι αναλυτές εξακολουθούν να βλέπουν την επικείμενη περίοδο εταιρικών αποτελεσμάτων ως πιθανή πηγή στήριξης για τις μετοχές. Τα στοιχεία της LSEG δείχνουν ότι τα κέρδη των εταιρειών του S&P 500 αναμένεται να αυξηθούν κατά 30,6% σε ετήσια βάση το τρίτο τρίμηνο, με τις εταιρείες τεχνολογίας και ενέργειας να αναμένεται να παρουσιάσουν τις ισχυρότερες επιδόσεις.
Στο ίδιο μήκος κύματος, η FactSet υπολογίζει ότι η αύξηση των κερδών θα διαμορφωθεί περίπου στο 30%. Εφόσον η εκτίμηση επιβεβαιωθεί, θα πρόκειται για το τρίτο διαδοχικό τρίμηνο κατά το οποίο ο ρυθμός αύξησης της κερδοφορίας θα ξεπερνά το 25%.
Ακόμη υψηλότερη πρόβλεψη δίνει η Deutsche Bank, η οποία τοποθετεί την αύξηση της κερδοφορίας στο 34%. Για τους μεγάλους τεχνολογικούς ομίλους, μάλιστα, αναμένει άνοδο περίπου 54%, με την επίδοση να αποδίδεται στη συνεχιζόμενη ισχυρή ζήτηση που συνδέεται με την τεχνητή νοημοσύνη.
Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στις μεγάλες αμερικανικές τράπεζες, καθώς η JPMorgan Chase και άλλοι χρηματοπιστωτικοί όμιλοι αναμένεται να δημοσιοποιήσουν τα αποτελέσματά τους την επόμενη εβδομάδα. Το κρίσιμο ερώτημα για τις αγορές είναι αν η ισχυρή εταιρική κερδοφορία θα μπορέσει να συνεχίσει να λειτουργεί ως αντίβαρο στις πιέσεις που προκαλούν οι υψηλές αποδόσεις των ομολόγων και η ολοένα μεγαλύτερη αβεβαιότητα γύρω από το κόστος των επενδύσεων.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών