Η στρατιωτική σχέση ΗΠΑ–Ισραήλ δεν αποτελεί μια απλή εμπορική συνεργασία στον τομέα των εξοπλισμών
Οι ισραηλινές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου ενδέχεται να καθορίσουν το πολιτικό μέλλον του Benjamin Netanyahu.
Ωστόσο, πίσω από την εκλογική αναμέτρηση βρίσκεται ένα πολύ μεγαλύτερο γεωπολιτικό ερώτημα: Μπορεί το Ισραήλ να διατηρήσει τη στρατιωτική υπεροχή του στη Μέση Ανατολή χωρίς τη συνεχή οικονομική, επιχειρησιακή και διπλωματική υποστήριξη των ΗΠΑ;
Η απάντηση αφορά όχι μόνο το μέλλον μιας κυβέρνησης, αλλά και την ίδια την ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή.
Το Ισραήλ διαθέτει έναν από τους πλέον τεχνολογικά προηγμένους στρατούς της Μέσης Ανατολής, ισχυρές υπηρεσίες πληροφοριών, σύγχρονα μαχητικά αεροσκάφη και αναπτυγμένα συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας.
Ωστόσο, πίσω από αυτή την εικόνα στρατιωτικής υπεροχής βρίσκεται μια θεμελιώδης στρατηγική εξάρτηση: η σχέση του με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Για δεκαετίες, η Ουάσιγκτον αποτέλεσε τον σημαντικότερο στρατιωτικό, οικονομικό και διπλωματικό υποστηρικτή του Ισραήλ, παρέχοντας όχι μόνο προηγμένα οπλικά συστήματα, αλλά και τις προϋποθέσεις για τη διατήρηση της ισραηλινής στρατιωτικής κυριαρχίας.
Το ερώτημα που ανακύπτει πλέον είναι εάν η ισραηλινή στρατιωτική μηχανή θα μπορούσε να διατηρήσει την ίδια επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα σε περίπτωση ουσιαστικού περιορισμού της αμερικανικής υποστήριξης.
Και κυρίως, εάν θα μπορούσε να αντέξει έναν παρατεταμένο πόλεμο σε πολλαπλά μέτωπα χωρίς την αμερικανική εφοδιαστική αλυσίδα.
Δισεκατομμύρια δολάρια και μια εξάρτηση δεκαετιών
Η στρατιωτική σχέση ΗΠΑ–Ισραήλ δεν αποτελεί μια απλή εμπορική συνεργασία στον τομέα των εξοπλισμών.
Με βάση τη δεκαετή συμφωνία στρατιωτικής βοήθειας για την περίοδο 2019–2028, η Ουάσιγκτον δεσμεύθηκε να διαθέσει συνολικά 38 δισεκατομμύρια δολάρια στο Ισραήλ, υπό την προϋπόθεση της έγκρισης των σχετικών πιστώσεων από το Κογκρέσο.
Από αυτά, 33 δισεκατομμύρια αφορούν τη στρατιωτική χρηματοδότηση και 5 δισεκατομμύρια κοινά προγράμματα αντιπυραυλικής άμυνας.
Το βασικό ετήσιο επίπεδο βοήθειας ανέρχεται σε 3,8 δισεκατομμύρια δολάρια, χωρίς να υπολογίζονται έκτακτες ενισχύσεις.
Πρόκειται για μια μακροχρόνια σχέση που έχει διαμορφώσει σε σημαντικό βαθμό τη δομή, τον εξοπλισμό και τις επιχειρησιακές δυνατότητες του ισραηλινού στρατού.
Η αμερικανική υποστήριξη περιλαμβάνει ανταλλαγή πληροφοριών, επιχειρησιακό συντονισμό, τεχνολογική συνεργασία, ανταλλακτικά, πυρομαχικά και πρόσβαση σε κρίσιμα οπλικά συστήματα.
Επομένως, η πιθανή αποδυνάμωση αυτής της σχέσης δεν θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί απλώς με την αύξηση των ισραηλινών στρατιωτικών δαπανών.
Θα απαιτούσε βαθιά αναδιάρθρωση ολόκληρης της αμυντικής βιομηχανίας και της στρατηγικής λειτουργίας της χώρας.

Άλλο η επίθεση και άλλο η διατήρηση ενός παρατεταμένου πολέμου
Η στρατιωτική ισχύς δεν μετριέται αποκλειστικά από την ικανότητα πραγματοποίησης μιας εντυπωσιακής αεροπορικής επιχείρησης.
Μετριέται επίσης από τη δυνατότητα συνεχούς αναπλήρωσης πυρομαχικών, συντήρησης αεροσκαφών, αντικατάστασης εξοπλισμού και προστασίας κρίσιμων εγκαταστάσεων.
Το Ισραήλ μπορεί να διαθέτει την επιχειρησιακή ικανότητα να πραγματοποιεί ανεξάρτητες στρατιωτικές επιθέσεις.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μπορεί να διεξάγει με την ίδια αποτελεσματικότητα έναν πόλεμο μεγάλης διάρκειας χωρίς εξωτερική υποστήριξη.
Η διαφορά γίνεται ιδιαίτερα σημαντική όταν η σύγκρουση επεκτείνεται ταυτόχρονα σε διαφορετικά γεωγραφικά μέτωπα.
Οι συνεχείς αεροπορικές επιχειρήσεις απαιτούν τεράστιες ποσότητες καυσίμων, ανταλλακτικών και πυρομαχικών ακριβείας.
Η αντιπυραυλική άμυνα χρειάζεται συνεχή αναπλήρωση ακριβών αναχαιτιστικών πυραύλων.
Παράλληλα, η παρατεταμένη επιστράτευση ανθρώπινου δυναμικού επιβαρύνει την οικονομική δραστηριότητα και την κοινωνική συνοχή.
Όσο περισσότερο διαρκεί μια σύγκρουση, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η σημασία της βιομηχανικής παραγωγής, της οικονομικής ανθεκτικότητας και των διεθνών συμμαχιών.
Ένας στρατός μπορεί να διαθέτει τεχνολογική υπεροχή, αλλά να αντιμετωπίσει σοβαρούς περιορισμούς εάν δεν μπορεί να αναπληρώνει με επαρκή ταχύτητα τους πόρους που καταναλώνει.
Αυτή είναι μια από τις σημαντικότερες προκλήσεις για τη μακροπρόθεσμη ισραηλινή στρατηγική.

Το Ιράν και το πρόβλημα του πολέμου σε πολλαπλά μέτωπα
Η αντιπαράθεση με το Ιράν έχει καταστήσει ακόμη πιο εμφανή τη σημασία της αμερικανικής στρατιωτικής υποστήριξης.
Σε μια σύγκρουση με αντίπαλο που διαθέτει βαλλιστικούς πυραύλους, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και δυνατότητες προσβολής στόχων σε μεγάλες αποστάσεις, η αποτελεσματικότητα των αμυντικών συστημάτων αποτελεί κρίσιμο στοιχείο.
Τα ισραηλινά συστήματα Iron Dome, David's Sling και Arrow προσφέρουν σημαντικές δυνατότητες προστασίας, αλλά η λειτουργία τους συνεπάγεται οικονομικό και επιχειρησιακό κόστος.
Η μαζική χρήση πυραύλων και μη επανδρωμένων συστημάτων από αντίπαλες δυνάμεις μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες ιδιαίτερα μεγάλης κατανάλωσης αναχαιτιστικών.
Σε αυτό το περιβάλλον, η αμερικανική συνδρομή αποκτά αποφασιστική σημασία.
Ενδεικτικό της στενής στρατιωτικής συνεργασίας ήταν και το ταξίδι του Αμερικανού υπουργού Άμυνας Pete Hegseth στο Ισραήλ στις 19 Οκτωβρίου, όταν συναντήθηκε με τον Benjamin Netanyahu και συζήτησε τις περιφερειακές απειλές και τη συνεργασία των δύο χωρών.
Η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε σε περίοδο αυξημένης έντασης, με το Ισραήλ να συνεχίζει στρατιωτικές προετοιμασίες και ασκήσεις μεγάλης εμβέλειας.
Στις 21 Οκτωβρίου, το Axios ανέφερε ότι η ισραηλινή αεροπορία πραγματοποίησε επιχείρηση επίδειξης ισχύος κοντά στα ιρανικά σύνορα, με τη συμμετοχή δεκάδων αεροσκαφών.
Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: πόσο διαφορετικός θα ήταν ο στρατηγικός σχεδιασμός του Ισραήλ εάν δεν υπήρχε η δυνατότητα προσφυγής στην αμερικανική υποστήριξη;

Η διπλωματική ασπίδα της Ουάσιγκτον
Η εξάρτηση του Ισραήλ δεν περιορίζεται στο στρατιωτικό επίπεδο.
Οι ΗΠΑ αποτελούν επίσης τον σημαντικότερο διπλωματικό του σύμμαχο.
Η αμερικανική στάση στους διεθνείς οργανισμούς, στις σχέσεις με τις ευρωπαϊκές χώρες και στις περιφερειακές διαπραγματεύσεις επηρεάζει ουσιαστικά το πολιτικό κόστος των ισραηλινών στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Η υποστήριξη της Ουάσιγκτον μπορεί να προσφέρει διπλωματικό περιθώριο κινήσεων στο Ισραήλ.
Αντίθετα, μια σοβαρή διαφωνία με τον Λευκό Οίκο θα μπορούσε να ενισχύσει τις διεθνείς πιέσεις για περιορισμό ή τερματισμό στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό όταν η ισραηλινή κυβέρνηση αντιμετωπίζει επικρίσεις για τις επιχειρήσεις της στη Γάζα, την πολιτική της στη Δυτική Όχθη και τις στρατιωτικές ενέργειες σε γειτονικές χώρες.
Η στρατιωτική υπεροχή δεν εξασφαλίζει από μόνη της διπλωματική νομιμοποίηση.
Και χωρίς ισχυρή διεθνή υποστήριξη, ακόμη και οι επιχειρησιακές επιτυχίες μπορεί να συνοδεύονται από σημαντικό πολιτικό κόστος.
Η αποχώρηση του Netanyahu δεν λύνει το στρατηγικό πρόβλημα
Οι ισραηλινές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς ενδέχεται να επηρεάσουν τη σύνθεση της κυβέρνησης και τη μελλοντική προσέγγιση της χώρας απέναντι στις ΗΠΑ.
Ωστόσο, μια ενδεχόμενη αποχώρηση του Benjamin Netanyahu δεν θα καταργούσε τις στρατηγικές εξαρτήσεις που διαμορφώθηκαν επί δεκαετίες.
Όπως επισημαίνουν αναλυτές που επικαλείται το Reuters, οι σημαντικότερες ισραηλινές πολιτικές δυνάμεις παρουσιάζουν ουσιαστικές συγκλίσεις σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας, ιδιαίτερα απέναντι στο Ιράν.
Αυτό σημαίνει ότι ενδεχόμενη αλλαγή κυβέρνησης δεν θα οδηγούσε αυτομάτως σε πλήρη αναθεώρηση του ισραηλινού στρατιωτικού δόγματος.
Μάλιστα, τον Μάιο του 2026, ο ίδιος ο Netanyahu δήλωσε ότι επιθυμεί τη σταδιακή κατάργηση της αμερικανικής οικονομικής βοήθειας προς τις ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Η δήλωση αυτή αποτυπώνει τη φιλοδοξία μεγαλύτερης αμυντικής αυτονομίας, αλλά η υλοποίησή της θα εξαρτηθεί από την ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγής, τις οικονομικές δυνατότητες και τη μελλοντική στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ.
Η επόμενη μέρα στη Μέση Ανατολή
Το Ισραήλ εξακολουθεί να διαθέτει σημαντική στρατιωτική και τεχνολογική ισχύ.
Η διατήρηση, όμως, αυτής της υπεροχής σε βάθος χρόνου εξαρτάται από περισσότερους παράγοντες από την ποιότητα των μαχητικών αεροσκαφών ή την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών πληροφοριών.
Η οικονομία, η βιομηχανική παραγωγή, η διαθεσιμότητα πυρομαχικών και η πολιτική υποστήριξη των συμμάχων αποτελούν εξίσου σημαντικές προϋποθέσεις.
Μια πιθανή αποδυνάμωση της αμερικανικής υποστήριξης θα μπορούσε να αναγκάσει οποιαδήποτε μελλοντική ισραηλινή κυβέρνηση να επανεξετάσει τη συχνότητα, την έκταση και τη διάρκεια των στρατιωτικών της επιχειρήσεων.
Αυτό δεν συνεπάγεται ότι το Ισραήλ θα έχανε αμέσως τις δυνατότητες αυτοάμυνας ή πραγματοποίησης ανεξάρτητων επιχειρήσεων.
Σημαίνει όμως ότι θα αντιμετώπιζε πολύ μεγαλύτερη πίεση να προσαρμόσει τις στρατηγικές φιλοδοξίες του στους πραγματικά διαθέσιμους πόρους.
Το καθοριστικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εάν ο Benjamin Netanyahu θα παραμείνει πρωθυπουργός.
Είναι εάν το ισραηλινό στρατιωτικό μοντέλο μπορεί να διατηρηθεί με τους ίδιους όρους χωρίς τη συνεχή στήριξη της Ουάσιγκτον.
Η απάντηση θα επηρεάσει τις σχέσεις ΗΠΑ–Ισραήλ, τις επιλογές της επόμενης ισραηλινής κυβέρνησης και τη συνολική ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή.
Γιατί η δυνατότητα να ξεκινήσει κανείς έναν πόλεμο δεν ταυτίζεται με τη δυνατότητα να τον συνεχίσει επί μακρόν.
Και η στρατιωτική υπεροχή, όταν στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε εξωτερικούς πόρους, συνοδεύεται αναπόφευκτα από στρατηγικούς περιορισμούς.
www.bankingnews.gr
Ωστόσο, πίσω από την εκλογική αναμέτρηση βρίσκεται ένα πολύ μεγαλύτερο γεωπολιτικό ερώτημα: Μπορεί το Ισραήλ να διατηρήσει τη στρατιωτική υπεροχή του στη Μέση Ανατολή χωρίς τη συνεχή οικονομική, επιχειρησιακή και διπλωματική υποστήριξη των ΗΠΑ;
Η απάντηση αφορά όχι μόνο το μέλλον μιας κυβέρνησης, αλλά και την ίδια την ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή.
Το Ισραήλ διαθέτει έναν από τους πλέον τεχνολογικά προηγμένους στρατούς της Μέσης Ανατολής, ισχυρές υπηρεσίες πληροφοριών, σύγχρονα μαχητικά αεροσκάφη και αναπτυγμένα συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας.
Ωστόσο, πίσω από αυτή την εικόνα στρατιωτικής υπεροχής βρίσκεται μια θεμελιώδης στρατηγική εξάρτηση: η σχέση του με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Για δεκαετίες, η Ουάσιγκτον αποτέλεσε τον σημαντικότερο στρατιωτικό, οικονομικό και διπλωματικό υποστηρικτή του Ισραήλ, παρέχοντας όχι μόνο προηγμένα οπλικά συστήματα, αλλά και τις προϋποθέσεις για τη διατήρηση της ισραηλινής στρατιωτικής κυριαρχίας.
Το ερώτημα που ανακύπτει πλέον είναι εάν η ισραηλινή στρατιωτική μηχανή θα μπορούσε να διατηρήσει την ίδια επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα σε περίπτωση ουσιαστικού περιορισμού της αμερικανικής υποστήριξης.
Και κυρίως, εάν θα μπορούσε να αντέξει έναν παρατεταμένο πόλεμο σε πολλαπλά μέτωπα χωρίς την αμερικανική εφοδιαστική αλυσίδα.
Δισεκατομμύρια δολάρια και μια εξάρτηση δεκαετιών
Η στρατιωτική σχέση ΗΠΑ–Ισραήλ δεν αποτελεί μια απλή εμπορική συνεργασία στον τομέα των εξοπλισμών.
Με βάση τη δεκαετή συμφωνία στρατιωτικής βοήθειας για την περίοδο 2019–2028, η Ουάσιγκτον δεσμεύθηκε να διαθέσει συνολικά 38 δισεκατομμύρια δολάρια στο Ισραήλ, υπό την προϋπόθεση της έγκρισης των σχετικών πιστώσεων από το Κογκρέσο.
Από αυτά, 33 δισεκατομμύρια αφορούν τη στρατιωτική χρηματοδότηση και 5 δισεκατομμύρια κοινά προγράμματα αντιπυραυλικής άμυνας.
Το βασικό ετήσιο επίπεδο βοήθειας ανέρχεται σε 3,8 δισεκατομμύρια δολάρια, χωρίς να υπολογίζονται έκτακτες ενισχύσεις.
Πρόκειται για μια μακροχρόνια σχέση που έχει διαμορφώσει σε σημαντικό βαθμό τη δομή, τον εξοπλισμό και τις επιχειρησιακές δυνατότητες του ισραηλινού στρατού.
Η αμερικανική υποστήριξη περιλαμβάνει ανταλλαγή πληροφοριών, επιχειρησιακό συντονισμό, τεχνολογική συνεργασία, ανταλλακτικά, πυρομαχικά και πρόσβαση σε κρίσιμα οπλικά συστήματα.
Επομένως, η πιθανή αποδυνάμωση αυτής της σχέσης δεν θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί απλώς με την αύξηση των ισραηλινών στρατιωτικών δαπανών.
Θα απαιτούσε βαθιά αναδιάρθρωση ολόκληρης της αμυντικής βιομηχανίας και της στρατηγικής λειτουργίας της χώρας.

Άλλο η επίθεση και άλλο η διατήρηση ενός παρατεταμένου πολέμου
Η στρατιωτική ισχύς δεν μετριέται αποκλειστικά από την ικανότητα πραγματοποίησης μιας εντυπωσιακής αεροπορικής επιχείρησης.
Μετριέται επίσης από τη δυνατότητα συνεχούς αναπλήρωσης πυρομαχικών, συντήρησης αεροσκαφών, αντικατάστασης εξοπλισμού και προστασίας κρίσιμων εγκαταστάσεων.
Το Ισραήλ μπορεί να διαθέτει την επιχειρησιακή ικανότητα να πραγματοποιεί ανεξάρτητες στρατιωτικές επιθέσεις.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μπορεί να διεξάγει με την ίδια αποτελεσματικότητα έναν πόλεμο μεγάλης διάρκειας χωρίς εξωτερική υποστήριξη.
Η διαφορά γίνεται ιδιαίτερα σημαντική όταν η σύγκρουση επεκτείνεται ταυτόχρονα σε διαφορετικά γεωγραφικά μέτωπα.
Οι συνεχείς αεροπορικές επιχειρήσεις απαιτούν τεράστιες ποσότητες καυσίμων, ανταλλακτικών και πυρομαχικών ακριβείας.
Η αντιπυραυλική άμυνα χρειάζεται συνεχή αναπλήρωση ακριβών αναχαιτιστικών πυραύλων.
Παράλληλα, η παρατεταμένη επιστράτευση ανθρώπινου δυναμικού επιβαρύνει την οικονομική δραστηριότητα και την κοινωνική συνοχή.
Όσο περισσότερο διαρκεί μια σύγκρουση, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η σημασία της βιομηχανικής παραγωγής, της οικονομικής ανθεκτικότητας και των διεθνών συμμαχιών.
Ένας στρατός μπορεί να διαθέτει τεχνολογική υπεροχή, αλλά να αντιμετωπίσει σοβαρούς περιορισμούς εάν δεν μπορεί να αναπληρώνει με επαρκή ταχύτητα τους πόρους που καταναλώνει.
Αυτή είναι μια από τις σημαντικότερες προκλήσεις για τη μακροπρόθεσμη ισραηλινή στρατηγική.

Το Ιράν και το πρόβλημα του πολέμου σε πολλαπλά μέτωπα
Η αντιπαράθεση με το Ιράν έχει καταστήσει ακόμη πιο εμφανή τη σημασία της αμερικανικής στρατιωτικής υποστήριξης.
Σε μια σύγκρουση με αντίπαλο που διαθέτει βαλλιστικούς πυραύλους, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και δυνατότητες προσβολής στόχων σε μεγάλες αποστάσεις, η αποτελεσματικότητα των αμυντικών συστημάτων αποτελεί κρίσιμο στοιχείο.
Τα ισραηλινά συστήματα Iron Dome, David's Sling και Arrow προσφέρουν σημαντικές δυνατότητες προστασίας, αλλά η λειτουργία τους συνεπάγεται οικονομικό και επιχειρησιακό κόστος.
Η μαζική χρήση πυραύλων και μη επανδρωμένων συστημάτων από αντίπαλες δυνάμεις μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες ιδιαίτερα μεγάλης κατανάλωσης αναχαιτιστικών.
Σε αυτό το περιβάλλον, η αμερικανική συνδρομή αποκτά αποφασιστική σημασία.
Ενδεικτικό της στενής στρατιωτικής συνεργασίας ήταν και το ταξίδι του Αμερικανού υπουργού Άμυνας Pete Hegseth στο Ισραήλ στις 19 Οκτωβρίου, όταν συναντήθηκε με τον Benjamin Netanyahu και συζήτησε τις περιφερειακές απειλές και τη συνεργασία των δύο χωρών.
Η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε σε περίοδο αυξημένης έντασης, με το Ισραήλ να συνεχίζει στρατιωτικές προετοιμασίες και ασκήσεις μεγάλης εμβέλειας.
Στις 21 Οκτωβρίου, το Axios ανέφερε ότι η ισραηλινή αεροπορία πραγματοποίησε επιχείρηση επίδειξης ισχύος κοντά στα ιρανικά σύνορα, με τη συμμετοχή δεκάδων αεροσκαφών.
Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: πόσο διαφορετικός θα ήταν ο στρατηγικός σχεδιασμός του Ισραήλ εάν δεν υπήρχε η δυνατότητα προσφυγής στην αμερικανική υποστήριξη;

Η διπλωματική ασπίδα της Ουάσιγκτον
Η εξάρτηση του Ισραήλ δεν περιορίζεται στο στρατιωτικό επίπεδο.
Οι ΗΠΑ αποτελούν επίσης τον σημαντικότερο διπλωματικό του σύμμαχο.
Η αμερικανική στάση στους διεθνείς οργανισμούς, στις σχέσεις με τις ευρωπαϊκές χώρες και στις περιφερειακές διαπραγματεύσεις επηρεάζει ουσιαστικά το πολιτικό κόστος των ισραηλινών στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Η υποστήριξη της Ουάσιγκτον μπορεί να προσφέρει διπλωματικό περιθώριο κινήσεων στο Ισραήλ.
Αντίθετα, μια σοβαρή διαφωνία με τον Λευκό Οίκο θα μπορούσε να ενισχύσει τις διεθνείς πιέσεις για περιορισμό ή τερματισμό στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό όταν η ισραηλινή κυβέρνηση αντιμετωπίζει επικρίσεις για τις επιχειρήσεις της στη Γάζα, την πολιτική της στη Δυτική Όχθη και τις στρατιωτικές ενέργειες σε γειτονικές χώρες.
Η στρατιωτική υπεροχή δεν εξασφαλίζει από μόνη της διπλωματική νομιμοποίηση.
Και χωρίς ισχυρή διεθνή υποστήριξη, ακόμη και οι επιχειρησιακές επιτυχίες μπορεί να συνοδεύονται από σημαντικό πολιτικό κόστος.
Η αποχώρηση του Netanyahu δεν λύνει το στρατηγικό πρόβλημα
Οι ισραηλινές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς ενδέχεται να επηρεάσουν τη σύνθεση της κυβέρνησης και τη μελλοντική προσέγγιση της χώρας απέναντι στις ΗΠΑ.
Ωστόσο, μια ενδεχόμενη αποχώρηση του Benjamin Netanyahu δεν θα καταργούσε τις στρατηγικές εξαρτήσεις που διαμορφώθηκαν επί δεκαετίες.
Όπως επισημαίνουν αναλυτές που επικαλείται το Reuters, οι σημαντικότερες ισραηλινές πολιτικές δυνάμεις παρουσιάζουν ουσιαστικές συγκλίσεις σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας, ιδιαίτερα απέναντι στο Ιράν.
Αυτό σημαίνει ότι ενδεχόμενη αλλαγή κυβέρνησης δεν θα οδηγούσε αυτομάτως σε πλήρη αναθεώρηση του ισραηλινού στρατιωτικού δόγματος.
Μάλιστα, τον Μάιο του 2026, ο ίδιος ο Netanyahu δήλωσε ότι επιθυμεί τη σταδιακή κατάργηση της αμερικανικής οικονομικής βοήθειας προς τις ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Η δήλωση αυτή αποτυπώνει τη φιλοδοξία μεγαλύτερης αμυντικής αυτονομίας, αλλά η υλοποίησή της θα εξαρτηθεί από την ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγής, τις οικονομικές δυνατότητες και τη μελλοντική στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ.
Η επόμενη μέρα στη Μέση Ανατολή
Το Ισραήλ εξακολουθεί να διαθέτει σημαντική στρατιωτική και τεχνολογική ισχύ.
Η διατήρηση, όμως, αυτής της υπεροχής σε βάθος χρόνου εξαρτάται από περισσότερους παράγοντες από την ποιότητα των μαχητικών αεροσκαφών ή την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών πληροφοριών.
Η οικονομία, η βιομηχανική παραγωγή, η διαθεσιμότητα πυρομαχικών και η πολιτική υποστήριξη των συμμάχων αποτελούν εξίσου σημαντικές προϋποθέσεις.
Μια πιθανή αποδυνάμωση της αμερικανικής υποστήριξης θα μπορούσε να αναγκάσει οποιαδήποτε μελλοντική ισραηλινή κυβέρνηση να επανεξετάσει τη συχνότητα, την έκταση και τη διάρκεια των στρατιωτικών της επιχειρήσεων.
Αυτό δεν συνεπάγεται ότι το Ισραήλ θα έχανε αμέσως τις δυνατότητες αυτοάμυνας ή πραγματοποίησης ανεξάρτητων επιχειρήσεων.
Σημαίνει όμως ότι θα αντιμετώπιζε πολύ μεγαλύτερη πίεση να προσαρμόσει τις στρατηγικές φιλοδοξίες του στους πραγματικά διαθέσιμους πόρους.
Το καθοριστικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εάν ο Benjamin Netanyahu θα παραμείνει πρωθυπουργός.
Είναι εάν το ισραηλινό στρατιωτικό μοντέλο μπορεί να διατηρηθεί με τους ίδιους όρους χωρίς τη συνεχή στήριξη της Ουάσιγκτον.
Η απάντηση θα επηρεάσει τις σχέσεις ΗΠΑ–Ισραήλ, τις επιλογές της επόμενης ισραηλινής κυβέρνησης και τη συνολική ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή.
Γιατί η δυνατότητα να ξεκινήσει κανείς έναν πόλεμο δεν ταυτίζεται με τη δυνατότητα να τον συνεχίσει επί μακρόν.
Και η στρατιωτική υπεροχή, όταν στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε εξωτερικούς πόρους, συνοδεύεται αναπόφευκτα από στρατηγικούς περιορισμούς.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών