Χαμός για μία... καρέκλα CEO, με φόντο ένα επιχειρηματικό deal 34 δισ. δολαρίων, καθώς η σύγκρουση για το ποιος θα αναλάμβανε τα ηνία ενός νέου διατλαντικού κολοσσού ιατρικής τεχνολογίας τίναξε στον αέρα τις διαπραγματεύσεις μεταξύ της αμερικανικής Johnson & Johnson (J&J) και της βρετανικής Smith & Nephew.
Στο επίκεντρο βρέθηκε ο Rupert Soames, εγγονός του Winston Churchill και πρόεδρος της βρετανικής εταιρείας, ο οποίος επέμεινε να παραμείνει ο Deepak Nath στη θέση του διευθύνοντος συμβούλου, απορρίπτοντας την απαίτηση της J&J να αναλάβει τη διοίκηση ο δικός της επικεφαλής του ορθοπεδικού κλάδου, Namal Nawana.
Το παρασκήνιο της σύγκρουσης
Η Smith & Nephew, εταιρεία του δείκτη FTSE 100, αρνήθηκε να δεχθεί την ανάληψη της ηγεσίας του νέου ομίλου από τον πρώην διευθύνοντα σύμβουλό της, Namal Nawana. Ο τελευταίος αποχώρησε το 2019, έπειτα από μόλις 18 μήνες στη θέση, επειδή η βρετανική εταιρεία ιατρικών συσκευών δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις μισθολογικές απαιτήσεις του.
Η αμερικανική φαρμακευτική εταιρεία J&J επιδίωκε να τοποθετήσει τον Nawana, επικεφαλής του ορθοπεδικού της κλάδου, στη θέση του νέου διευθύνοντος συμβούλου της συγχωνευμένης εταιρείας. Ωστόσο, η μικρότερη βρετανική ανταγωνίστριά της αρνήθηκε, δηλώνοντας ότι θα συμφωνούσε στη συναλλαγή μόνο εφόσον παρέμενε στη θέση του CEO ο δικός της επικεφαλής, Deepak Nath, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές.
Ο πρόεδρος της Smith & Nephew, Rupert Soames, ο οποίος θα συνέχιζε να ηγείται του διοικητικού συμβουλίου, έθεσε την απαίτηση αυτή ως αδιαπραγμάτευτο όρο στις διαπραγματεύσεις, με αποτέλεσμα να υποχωρήσει το ενδιαφέρον της J&J.
O Rupert Soames
Η βρετανική εταιρεία είχε προσεγγίσει την J&J νωρίτερα μέσα στη χρονιά, προτείνοντας τη συνένωση με τον ορθοπεδικό κλάδο του αμερικανικού ομίλου, σύμφωνα με πρόσωπα που γνωρίζουν το θέμα. Η προτεινόμενη συμφωνία αποτιμούσε τη μονάδα αντικατάστασης ισχίου και γόνατος σε έως και 22 δισ. δολάρια, σχεδόν στο διπλάσιο της χρηματιστηριακής αξίας της Smith & Nephew, η οποία ανερχόταν σε 9,4 δισ. λίρες (12,6 δισ. δολάρια).
Η πρόταση κατατέθηκε μετά την ανακοίνωση της J&J, πέρυσι, ότι σκόπευε να αποσχίσει ή να πουλήσει τον συγκεκριμένο κλάδο, ο οποίος ήταν παλαιότερα γνωστός ως DePuy Synthes. Η κίνηση εντασσόταν στη στρατηγική της εταιρείας, αξίας 645 δισ. δολαρίων, να επικεντρωθεί σε τομείς με ταχύτερους ρυθμούς ανάπτυξης.
Κατά την παρουσίαση των οικονομικών αποτελεσμάτων του τρίτου τριμήνου την περασμένη εβδομάδα, ο οικονομικός διευθυντής της J&J, Joe Wolk, δήλωσε ότι η εταιρεία πλέον «κλίνει προς» την απόσχιση της μονάδας και τη δημιουργία μιας ξεχωριστής εισηγμένης εταιρείας. Παράλληλα, αναγνώρισε τη συμβολή του Nawana στην πρόσφατη βελτίωση των επιδόσεων του κλάδου. Οι πωλήσεις της μονάδας αυξήθηκαν κατά 3,2% στη διάρκεια του τριμήνου.
O ρόλος του Soames
Η υπόθεση αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον λόγω των πιέσεων που αντιμετωπίζει η Smith & Nephew για τις επιδόσεις και τη στρατηγική της. Η εταιρεία έχει βρεθεί στο στόχαστρο του ακτιβιστή επενδυτή Cevian, ενώ και άλλοι μέτοχοι έχουν ζητήσει την απόσχιση του ορθοπεδικού της κλάδου, εξαιτίας των απογοητευτικών αποτελεσμάτων του.
Ο Deepak Nath έχει απορρίψει τις εκκλήσεις για διάσπαση της εταιρείας, υποστηρίζοντας ότι ο συγκεκριμένος κλάδος διοικείται πλέον καλύτερα. Ωστόσο, η χρηματιστηριακή εικόνα παραμένει πιεσμένη, καθώς οι μετοχές της Smith & Nephew έχουν υποχωρήσει κατά 21% σε διάστημα 12 μηνών, την ώρα που ο δείκτης FTSE 100 έχει ενισχυθεί κατά 13%.
Παράλληλα, τόσο ο Nath όσο και ο Nawana έχουν βρεθεί στο παρελθόν στο επίκεντρο αντιπαραθέσεων για τις αμοιβές των ανώτατων στελεχών. Όταν ο Nawana αποχώρησε το 2019, η Smith & Nephew είχε δηλώσει ότι δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του για τις αποδοχές και τις παροχές του, σε σύγκριση με όσα προσέφεραν οι αμερικανικές εταιρείες ιατρικών συσκευών.
Το ζήτημα των αμοιβών επανήλθε φέτος, καθώς η Smith & Nephew επικαλέστηκε τον κίνδυνο απώλειας ακόμη ενός διευθύνοντος συμβούλου λόγω των διαφορών στις αποδοχές μεταξύ Βρετανίας και ΗΠΑ. Στο πλαίσιο αυτό, αύξησε το ανώτατο όριο των συνολικών αποδοχών του Nath στα 15,3 εκατ. δολάρια από το 2027, έναντι 7,2 εκατ. δολαρίων το 2025. Η απόφαση ακολούθησε έντονες αντιδράσεις μετόχων για το πακέτο αμοιβών του το 2024.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών