Σημαντικές διπλωματικές διεργασίες βρίσκονται σε εξέλιξη μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, με επίκεντρο μια πιθανή οικονομική συμφωνία πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων και την επαναλειτουργία των Στενών του Hormuz - Εξετάζεται η αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων, ενώ η Τεχεράνη επιμένει ότι οποιαδήποτε συμφωνία πρέπει να ικανοποιεί συγκεκριμένες απαιτήσεις της
(upd) Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Abbas Araghchi δηλώνει ότι οι διαβουλεύσεις προχωρούν, ξεκαθαρίζοντας πως η χώρα του παραμένει έτοιμη τόσο για διπλωματία όσο και για στρατιωτική άμυνα.
Μια νέα και ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη διαμορφώνεται στο διπλωματικό παρασκήνιο της Μέσης Ανατολής, καθώς εντείνονται οι πληροφορίες για πιθανή συμφωνία μεταξύ της κυβέρνησης του Donald Trump και της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρίσκεται η αποδέσμευση ιρανικών κεφαλαίων αξίας πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, τα οποία παραμένουν δεσμευμένα στο εξωτερικό εξαιτίας των κυρώσεων, με αντάλλαγμα την αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Hormuz.
Ο δημοσιογράφος από το Ομάν, Mohammad al-Arimi, εκτίμησε σε δημόσια τοποθέτησή του την 1η Νοεμβρίου ότι Ουάσιγκτον και Τεχεράνη ενδέχεται να βρίσκονται κοντά στη διαμόρφωση ενός πλαισίου συμφωνίας, οι λεπτομέρειες του οποίου θα μπορούσαν να αποσαφηνιστούν τις επόμενες ημέρες.
Σύμφωνα με την εκτίμησή του, ένας μεγάλος οικονομικός συμβιβασμός θα μπορούσε να επιτρέψει στην αμερικανική πλευρά να εξασφαλίσει την επαναλειτουργία μιας από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς του πλανήτη, ικανοποιώντας παράλληλα ουσιώδεις οικονομικές απαιτήσεις του Ιράν.
Δεν υπάρχει, ωστόσο, επίσημη επιβεβαίωση ότι η αποδέσμευση συγκεκριμένου ποσού έχει συμφωνηθεί.
Η ουσία του σεναρίου είναι ότι η Τεχεράνη δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως αποδέκτης στρατιωτικών πιέσεων, αλλά και ως κράτος του οποίου η συναίνεση είναι απαραίτητη για την αποκατάσταση της περιφερειακής ναυσιπλοΐας.
Η εκτίμηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά από οκτώ μήνες πολεμικής αναμέτρησης, κατά τους οποίους οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ επιχείρησαν να περιορίσουν τις στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν χωρίς να εξαλείψουν την ικανότητά του να επηρεάζει τις εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο.

Το Κατάρ στο επίκεντρο – Τρίτη συνεχόμενη ημέρα διαπραγματεύσεων
Οι πληροφορίες περί διπλωματικής κινητικότητας ενισχύονται από το πρακτορείο Reuters, το οποίο μετέδωσε την Κυριακή 1η Νοεμβρίου ότι Ιρανοί διαπραγματευτές βρίσκονται στην Ντόχα για τρίτη συνεχόμενη ημέρα συνομιλιών με μεσολαβητές από το Κατάρ.
Στόχος των συναντήσεων είναι η εξεύρεση μιας συμφωνίας που θα μπορούσε να οδηγήσει στον τερματισμό του πολέμου μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν.
Οι συνομιλίες ακολούθησαν επαφές που είχαν πραγματοποιηθεί στην Τεχεράνη ανάμεσα σε εκπροσώπους των δύο χωρών.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, οι μεσολαβητές από το Κατάρ διατηρούν τακτική επικοινωνία με την Ουάσιγκτον, μεταφέροντας θέσεις και προτάσεις των δύο πλευρών.
Η διαδικασία διεξάγεται έμμεσα, χωρίς επιβεβαιωμένη συνάντηση Αμερικανών και Ιρανών διαπραγματευτών.
Η επιλογή αυτή αποτυπώνει το βάθος της δυσπιστίας ανάμεσα στις δύο χώρες, αλλά και την κοινή ανάγκη να εξεταστούν δυνατότητες αποκλιμάκωσης.
Η Ντόχα έχει αναδειχθεί σε σημαντικό κόμβο διαμεσολάβησης, αξιοποιώντας τις σχέσεις της τόσο με τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και με το Ιράν.
Το γεγονός ότι οι διαβουλεύσεις συνεχίζονται παρά τις δημόσιες απειλές και τη στρατιωτική ένταση αποτελεί ένδειξη πως το διπλωματικό κανάλι παραμένει ενεργό.

Araghchi: «Έτοιμοι για διπλωματία και άμυνα» – Οι απαντήσεις των ΗΠΑ θα κρίνουν τη συμφωνία
Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Abbas Araghchi, επιβεβαίωσε ότι οι επαφές με τους μεσολαβητές του Κατάρ συνεχίζονται, αλλά διευκρίνισε πως δεν έχει επιτευχθεί οριστικό αποτέλεσμα.
Ο Ιρανός αξιωματούχος αναφέρθηκε ειδικότερα σε σχέδιο που προβλέπει την επαναλειτουργία των Στενών του Hormuz μέσα σε δύο ημέρες, εφόσον συμφωνηθεί το κατάλληλο πλαίσιο και ικανοποιηθούν οι ιρανικοί όροι.
Όπως εξήγησε, η ιρανική αντιπροσωπεία ταξίδεψε στο Κατάρ για να συνεχίσει τις επαφές που είχαν προηγηθεί στην Τεχεράνη.
Υπογράμμισε παράλληλα ότι η επίτευξη συμφωνίας εξαρτάται από τις απαντήσεις που θα δώσει η αμερικανική πλευρά σε συγκεκριμένα ερωτήματα της Τεχεράνης.
Η επισήμανση αυτή αποκαλύπτει μια βασική πτυχή της ιρανικής διαπραγματευτικής τακτικής: η κυβέρνηση δεν επιθυμεί να αναλάβει μονομερείς δεσμεύσεις χωρίς σαφείς διαβεβαιώσεις για τα ανταλλάγματα.
Ο Araghchi εξέφρασε την ελπίδα ότι η αμερικανική πλευρά θα επιλέξει τον δρόμο της διπλωματίας αντί μιας νέας στρατιωτικής αναμέτρησης.
Παράλληλα, διαμήνυσε ότι οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις έχουν αξιοποιήσει την εμπειρία των προηγούμενων συγκρούσεων και έχουν ενισχύσει την ετοιμότητά τους.
Η θέση που προβάλλει η Τεχεράνη είναι σαφής: διάθεση για διαπραγμάτευση, αλλά όχι αποδοχή νέων στρατιωτικών πιέσεων ως προϋπόθεση της ειρήνης.
Αυτός ο συνδυασμός διπλωματικής κινητικότητας και στρατιωτικής ετοιμότητας αποτελεί βασικό στοιχείο της σημερινής ιρανικής πολιτικής.

Tα Στενά του Hormuz ως καθοριστικό διαπραγματευτικό χαρτί
Η εξέλιξη των συνομιλιών αποδεικνύει πόσο σημαντική είναι η γεωγραφική θέση του Ιράν και η επιρροή του στην ασφάλεια της παγκόσμιας ενέργειας.
Τα Στενά του Hormuz συνδέουν τον Περσικό Κόλπο με τον Κόλπο του Ομάν και αποτελούν μια από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς μεταφοράς πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα έχουν προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στις διεθνείς αγορές και έχουν επιβαρύνει οικονομικά τόσο τα κράτη της περιοχής όσο και μεγάλους εισαγωγείς ενέργειας.
Η Τεχεράνη αξιοποιεί τη σημασία των Στενών ως διαπραγματευτικό μέσο, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει οικονομικά και πολιτικά ανταλλάγματα για την αποκατάσταση της ομαλής διέλευσης.
Σύμφωνα με τις ιρανικές θέσεις που παρουσίασε ο Araghchi, οι απαιτήσεις δεν περιορίζονται στην αποδέσμευση κεφαλαίων.
Περιλαμβάνουν επίσης άρση πρόσφατων αμερικανικών κυρώσεων, αποκατάσταση εξαιρέσεων για τις εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου, περιορισμό της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή και αναγνώριση νέων διαδρομών ναυσιπλοΐας που προτείνουν το Ιράν και το Ομάν.
Η ιρανική πλευρά ζητά ακόμη συνολικό τερματισμό των εχθροπραξιών, συμπεριλαμβανομένων των ισραηλινών επιθέσεων στον Λίβανο.
Αυτές οι απαιτήσεις καθιστούν σαφές ότι η υπό διαμόρφωση συμφωνία δεν αφορά μόνο την κίνηση των εμπορικών πλοίων.
Συνδέεται με τη μελλοντική αρχιτεκτονική ασφαλείας του Περσικού Κόλπου.
Για την Τεχεράνη, η ελεύθερη ναυσιπλοΐα πρέπει να συνοδεύεται από εγγυήσεις ότι δεν θα επαναληφθεί η στρατιωτική και οικονομική πίεση που οδήγησε τη σημερινή κρίση σε τόσο επικίνδυνο σημείο.

Τα παγωμένα δισεκατομμύρια του Ιράν και το οικονομικό διακύβευμα
Η πιθανή αποδέσμευση ιρανικών κεφαλαίων αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα του διπλωματικού παρασκηνίου.
Το Ιράν διαθέτει μεγάλα χρηματικά ποσά στο εξωτερικό, μέρος των οποίων παραμένει μη προσβάσιμο λόγω αμερικανικών κυρώσεων, τραπεζικών περιορισμών και άλλων νομικών εμποδίων.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται έσοδα από εξαγωγές πετρελαίου, τα οποία δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ελεύθερα από την Τεχεράνη.
Σύμφωνα με προηγούμενα δημοσιεύματα της Wall Street Journal, οι ιρανικές αρχές έχουν υπολογίσει τα συνολικά δεσμευμένα ή περιορισμένης πρόσβασης κεφάλαια σε περισσότερα από 100 δισεκατομμύρια δολάρια, αν και άλλες εκτιμήσεις δίνουν χαμηλότερα ποσά.
Η αποδέσμευση ακόμη και ενός μέρους αυτών των κεφαλαίων θα μπορούσε να προσφέρει σημαντική οικονομική ανακούφιση, διευκολύνοντας τις εισαγωγές, τη χρηματοδότηση βασικών αναγκών και τη σταθεροποίηση της οικονομίας.
Από την ιρανική οπτική, πρόκειται για χρήματα που ανήκουν στη χώρα και όχι για οικονομική βοήθεια που θα χορηγήσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Ωστόσο, παραμένει αδιευκρίνιστο ποιο ποσό συζητείται στο σημερινό διαπραγματευτικό πλαίσιο και ποιοι περιορισμοί θα μπορούσαν να συνοδεύουν την ενδεχόμενη αποδέσμευσή του.

Αίγυπτος, Σαουδική Αραβία, Τουρκία και Πακιστάν κινητοποιούνται
Η διπλωματική κινητικότητα επεκτείνεται πλέον σε περισσότερες χώρες της Μέσης Ανατολής.
Ο υπουργός Εξωτερικών της Αιγύπτου, Badr Abdelatty, ανέφερε ότι το Κάιρο έχει ενισχύσει τις επαφές του με την Τεχεράνη, την Ουάσιγκτον και το Ριάντ, επιδιώκοντας την αποτροπή νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης.
Παράλληλα, βρίσκονται σε εξέλιξη συντονισμένες προσπάθειες με τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία, το Πακιστάν και κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου.
Η σημασία αυτής της περιφερειακής κινητοποίησης είναι ιδιαίτερη.
Χώρες που έχουν διαφορετικές στρατηγικές σχέσεις με τις ΗΠΑ και το Ιράν αναγνωρίζουν ότι μια νέα σύγκρουση θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές συνέπειες για την οικονομία, την ενέργεια και την ασφάλειά τους.
Στις 26 Οκτωβρίου, υψηλόβαθμες αντιπροσωπείες της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας και του Πακιστάν πραγματοποίησαν συναντήσεις στην Τεχεράνη, με βασικό αντικείμενο την αποκλιμάκωση της κρίσης.
Στις συζητήσεις εξετάστηκε ακόμη και η δυνατότητα δημιουργίας ενός περιφερειακού πλαισίου μη επίθεσης, καθώς και η επανέναρξη των συνομιλιών μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών.
Η συμμετοχή τόσων διαφορετικών κρατών δείχνει ότι το ζήτημα δεν αντιμετωπίζεται πλέον αποκλειστικά ως διμερής αμερικανοϊρανική αντιπαράθεση.
Αφορά την ευρύτερη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής και τη δυνατότητα των περιφερειακών δυνάμεων να διαμορφώσουν συλλογικά ένα πλαίσιο αποκλιμάκωσης.

Al-Arabiya: Διακρίνονται ενδείξεις συμφωνίας
Στο κλίμα αυτό προστίθεται η εκτίμηση της δημοσιογράφου Rasha Nabil του Al-Arabiya, σύμφωνα με την οποία εμφανίζονται ενδείξεις διαμόρφωσης συμφωνίας μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών.
Η δημοσιογράφος σημείωσε ότι οι λεπτομέρειες εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, αλλά υποστήριξε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη σημαντική διπλωματική διεργασία.
Οι εκτιμήσεις αυτές συνδυάζονται με τις δηλώσεις της αμερικανικής κυβέρνησης, η οποία εμφανίζεται να προτιμά μια διπλωματική διέξοδο, χωρίς όμως να αποκλείει νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Marco Rubio επιβεβαίωσε ότι οι επαφές συνεχίζονται και ότι η κυβέρνηση Trump δεν έχει λάβει οριστική απόφαση για νέα πλήγματα.
Από την πλευρά του, ο Αμερικανός πρόεδρος χαρακτήρισε παραγωγικές τις διαπραγματεύσεις, διατηρώντας παράλληλα ανοιχτή την επιλογή στρατιωτικής δράσης μετά τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.
Αυτός ο συνδυασμός διαλόγου και στρατιωτικής απειλής αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες αβεβαιότητας.

Η Τεχεράνη επιδιώκει συμφωνία χωρίς να εγκαταλείπει τις απαιτήσεις της
Η σημερινή διπλωματική κινητικότητα αναδεικνύει μια σημαντική μεταβολή στη διαχείριση της κρίσης.
Μετά από μήνες στρατιωτικής σύγκρουσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι περιφερειακοί μεσολαβητές εξετάζουν εκ νέου τις δυνατότητες επίτευξης συμφωνίας με το Ιράν.
Η Τεχεράνη, παρά τις οικονομικές και στρατιωτικές συνέπειες του πολέμου, εξακολουθεί να συμμετέχει στις συνομιλίες θέτοντας συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Από ιρανικής πλευράς, η συνέχιση των διαβουλεύσεων παρουσιάζεται ως απόδειξη ότι η στρατιωτική πίεση δεν κατάφερε να εξαλείψει τη διαπραγματευτική θέση της χώρας.
Η αμερικανική πλευρά, αντίθετα, εξακολουθεί να συνδέει οποιαδήποτε ευρύτερη συμφωνία με τις δικές της απαιτήσεις για την ασφάλεια της περιοχής και τον περιορισμό των πυρηνικών δυνατοτήτων του Ιράν.
Η διαφορά παραμένει ουσιαστική και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει γεφυρωθεί.
Ωστόσο, η πιθανότητα μιας οικονομικής συμφωνίας με αντάλλαγμα το άνοιγμα των Στενών του Hormuz δημιουργεί ένα νέο πεδίο διπλωματικού συμβιβασμού.
Το κρίσιμο ζήτημα πλέον είναι εάν η Ουάσιγκτον θα αποδεχθεί συγκεκριμένα ανταλλάγματα και εγγυήσεις που θα επιτρέψουν στην Τεχεράνη να προχωρήσει στην αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας.
Μια βιώσιμη συμφωνία θα μπορούσε να μειώσει τον κίνδυνο νέας πολεμικής κλιμάκωσης, να ανακουφίσει τις διεθνείς αγορές ενέργειας και να δημιουργήσει προϋποθέσεις για ευρύτερες διαπραγματεύσεις.
Αντίθετα, η αποτυχία των επαφών θα διατηρούσε την περιοχή εκτεθειμένη στον κίνδυνο νέων επιθέσεων και αντιποίνων.
Το γεγονός ότι οι Ιρανοί διαπραγματευτές συνεχίζουν τις επαφές στην Ντόχα και ότι περισσότερα περιφερειακά κράτη αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες αποτυπώνει τη σημασία της διπλωματίας στη συγκεκριμένη συγκυρία.
Η επαναλειτουργία των Στενών του Hormuz μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας.
Για να συμβεί όμως αυτό, θα πρέπει να αντιμετωπιστούν όχι μόνο οι άμεσες ανάγκες της διεθνούς ναυσιπλοΐας, αλλά και οι οικονομικές, στρατιωτικές και πολιτικές απαιτήσεις που βρίσκονται στον πυρήνα της αμερικανοϊρανικής αντιπαράθεσης.
www.bankingnews.gr
Μια νέα και ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη διαμορφώνεται στο διπλωματικό παρασκήνιο της Μέσης Ανατολής, καθώς εντείνονται οι πληροφορίες για πιθανή συμφωνία μεταξύ της κυβέρνησης του Donald Trump και της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρίσκεται η αποδέσμευση ιρανικών κεφαλαίων αξίας πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, τα οποία παραμένουν δεσμευμένα στο εξωτερικό εξαιτίας των κυρώσεων, με αντάλλαγμα την αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Hormuz.
Ο δημοσιογράφος από το Ομάν, Mohammad al-Arimi, εκτίμησε σε δημόσια τοποθέτησή του την 1η Νοεμβρίου ότι Ουάσιγκτον και Τεχεράνη ενδέχεται να βρίσκονται κοντά στη διαμόρφωση ενός πλαισίου συμφωνίας, οι λεπτομέρειες του οποίου θα μπορούσαν να αποσαφηνιστούν τις επόμενες ημέρες.
Σύμφωνα με την εκτίμησή του, ένας μεγάλος οικονομικός συμβιβασμός θα μπορούσε να επιτρέψει στην αμερικανική πλευρά να εξασφαλίσει την επαναλειτουργία μιας από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς του πλανήτη, ικανοποιώντας παράλληλα ουσιώδεις οικονομικές απαιτήσεις του Ιράν.
Δεν υπάρχει, ωστόσο, επίσημη επιβεβαίωση ότι η αποδέσμευση συγκεκριμένου ποσού έχει συμφωνηθεί.
Η ουσία του σεναρίου είναι ότι η Τεχεράνη δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως αποδέκτης στρατιωτικών πιέσεων, αλλά και ως κράτος του οποίου η συναίνεση είναι απαραίτητη για την αποκατάσταση της περιφερειακής ναυσιπλοΐας.
Η εκτίμηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά από οκτώ μήνες πολεμικής αναμέτρησης, κατά τους οποίους οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ επιχείρησαν να περιορίσουν τις στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν χωρίς να εξαλείψουν την ικανότητά του να επηρεάζει τις εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο.

Το Κατάρ στο επίκεντρο – Τρίτη συνεχόμενη ημέρα διαπραγματεύσεων
Οι πληροφορίες περί διπλωματικής κινητικότητας ενισχύονται από το πρακτορείο Reuters, το οποίο μετέδωσε την Κυριακή 1η Νοεμβρίου ότι Ιρανοί διαπραγματευτές βρίσκονται στην Ντόχα για τρίτη συνεχόμενη ημέρα συνομιλιών με μεσολαβητές από το Κατάρ.
Στόχος των συναντήσεων είναι η εξεύρεση μιας συμφωνίας που θα μπορούσε να οδηγήσει στον τερματισμό του πολέμου μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν.
Οι συνομιλίες ακολούθησαν επαφές που είχαν πραγματοποιηθεί στην Τεχεράνη ανάμεσα σε εκπροσώπους των δύο χωρών.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, οι μεσολαβητές από το Κατάρ διατηρούν τακτική επικοινωνία με την Ουάσιγκτον, μεταφέροντας θέσεις και προτάσεις των δύο πλευρών.
Η διαδικασία διεξάγεται έμμεσα, χωρίς επιβεβαιωμένη συνάντηση Αμερικανών και Ιρανών διαπραγματευτών.
Η επιλογή αυτή αποτυπώνει το βάθος της δυσπιστίας ανάμεσα στις δύο χώρες, αλλά και την κοινή ανάγκη να εξεταστούν δυνατότητες αποκλιμάκωσης.
Η Ντόχα έχει αναδειχθεί σε σημαντικό κόμβο διαμεσολάβησης, αξιοποιώντας τις σχέσεις της τόσο με τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και με το Ιράν.
Το γεγονός ότι οι διαβουλεύσεις συνεχίζονται παρά τις δημόσιες απειλές και τη στρατιωτική ένταση αποτελεί ένδειξη πως το διπλωματικό κανάλι παραμένει ενεργό.

Araghchi: «Έτοιμοι για διπλωματία και άμυνα» – Οι απαντήσεις των ΗΠΑ θα κρίνουν τη συμφωνία
Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Abbas Araghchi, επιβεβαίωσε ότι οι επαφές με τους μεσολαβητές του Κατάρ συνεχίζονται, αλλά διευκρίνισε πως δεν έχει επιτευχθεί οριστικό αποτέλεσμα.
Ο Ιρανός αξιωματούχος αναφέρθηκε ειδικότερα σε σχέδιο που προβλέπει την επαναλειτουργία των Στενών του Hormuz μέσα σε δύο ημέρες, εφόσον συμφωνηθεί το κατάλληλο πλαίσιο και ικανοποιηθούν οι ιρανικοί όροι.
Όπως εξήγησε, η ιρανική αντιπροσωπεία ταξίδεψε στο Κατάρ για να συνεχίσει τις επαφές που είχαν προηγηθεί στην Τεχεράνη.
Υπογράμμισε παράλληλα ότι η επίτευξη συμφωνίας εξαρτάται από τις απαντήσεις που θα δώσει η αμερικανική πλευρά σε συγκεκριμένα ερωτήματα της Τεχεράνης.
Η επισήμανση αυτή αποκαλύπτει μια βασική πτυχή της ιρανικής διαπραγματευτικής τακτικής: η κυβέρνηση δεν επιθυμεί να αναλάβει μονομερείς δεσμεύσεις χωρίς σαφείς διαβεβαιώσεις για τα ανταλλάγματα.
Ο Araghchi εξέφρασε την ελπίδα ότι η αμερικανική πλευρά θα επιλέξει τον δρόμο της διπλωματίας αντί μιας νέας στρατιωτικής αναμέτρησης.
Παράλληλα, διαμήνυσε ότι οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις έχουν αξιοποιήσει την εμπειρία των προηγούμενων συγκρούσεων και έχουν ενισχύσει την ετοιμότητά τους.
Η θέση που προβάλλει η Τεχεράνη είναι σαφής: διάθεση για διαπραγμάτευση, αλλά όχι αποδοχή νέων στρατιωτικών πιέσεων ως προϋπόθεση της ειρήνης.
Αυτός ο συνδυασμός διπλωματικής κινητικότητας και στρατιωτικής ετοιμότητας αποτελεί βασικό στοιχείο της σημερινής ιρανικής πολιτικής.

Tα Στενά του Hormuz ως καθοριστικό διαπραγματευτικό χαρτί
Η εξέλιξη των συνομιλιών αποδεικνύει πόσο σημαντική είναι η γεωγραφική θέση του Ιράν και η επιρροή του στην ασφάλεια της παγκόσμιας ενέργειας.
Τα Στενά του Hormuz συνδέουν τον Περσικό Κόλπο με τον Κόλπο του Ομάν και αποτελούν μια από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς μεταφοράς πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα έχουν προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στις διεθνείς αγορές και έχουν επιβαρύνει οικονομικά τόσο τα κράτη της περιοχής όσο και μεγάλους εισαγωγείς ενέργειας.
Η Τεχεράνη αξιοποιεί τη σημασία των Στενών ως διαπραγματευτικό μέσο, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει οικονομικά και πολιτικά ανταλλάγματα για την αποκατάσταση της ομαλής διέλευσης.
Σύμφωνα με τις ιρανικές θέσεις που παρουσίασε ο Araghchi, οι απαιτήσεις δεν περιορίζονται στην αποδέσμευση κεφαλαίων.
Περιλαμβάνουν επίσης άρση πρόσφατων αμερικανικών κυρώσεων, αποκατάσταση εξαιρέσεων για τις εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου, περιορισμό της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή και αναγνώριση νέων διαδρομών ναυσιπλοΐας που προτείνουν το Ιράν και το Ομάν.
Η ιρανική πλευρά ζητά ακόμη συνολικό τερματισμό των εχθροπραξιών, συμπεριλαμβανομένων των ισραηλινών επιθέσεων στον Λίβανο.
Αυτές οι απαιτήσεις καθιστούν σαφές ότι η υπό διαμόρφωση συμφωνία δεν αφορά μόνο την κίνηση των εμπορικών πλοίων.
Συνδέεται με τη μελλοντική αρχιτεκτονική ασφαλείας του Περσικού Κόλπου.
Για την Τεχεράνη, η ελεύθερη ναυσιπλοΐα πρέπει να συνοδεύεται από εγγυήσεις ότι δεν θα επαναληφθεί η στρατιωτική και οικονομική πίεση που οδήγησε τη σημερινή κρίση σε τόσο επικίνδυνο σημείο.

Τα παγωμένα δισεκατομμύρια του Ιράν και το οικονομικό διακύβευμα
Η πιθανή αποδέσμευση ιρανικών κεφαλαίων αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα του διπλωματικού παρασκηνίου.
Το Ιράν διαθέτει μεγάλα χρηματικά ποσά στο εξωτερικό, μέρος των οποίων παραμένει μη προσβάσιμο λόγω αμερικανικών κυρώσεων, τραπεζικών περιορισμών και άλλων νομικών εμποδίων.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται έσοδα από εξαγωγές πετρελαίου, τα οποία δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ελεύθερα από την Τεχεράνη.
Σύμφωνα με προηγούμενα δημοσιεύματα της Wall Street Journal, οι ιρανικές αρχές έχουν υπολογίσει τα συνολικά δεσμευμένα ή περιορισμένης πρόσβασης κεφάλαια σε περισσότερα από 100 δισεκατομμύρια δολάρια, αν και άλλες εκτιμήσεις δίνουν χαμηλότερα ποσά.
Η αποδέσμευση ακόμη και ενός μέρους αυτών των κεφαλαίων θα μπορούσε να προσφέρει σημαντική οικονομική ανακούφιση, διευκολύνοντας τις εισαγωγές, τη χρηματοδότηση βασικών αναγκών και τη σταθεροποίηση της οικονομίας.
Από την ιρανική οπτική, πρόκειται για χρήματα που ανήκουν στη χώρα και όχι για οικονομική βοήθεια που θα χορηγήσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Ωστόσο, παραμένει αδιευκρίνιστο ποιο ποσό συζητείται στο σημερινό διαπραγματευτικό πλαίσιο και ποιοι περιορισμοί θα μπορούσαν να συνοδεύουν την ενδεχόμενη αποδέσμευσή του.

Αίγυπτος, Σαουδική Αραβία, Τουρκία και Πακιστάν κινητοποιούνται
Η διπλωματική κινητικότητα επεκτείνεται πλέον σε περισσότερες χώρες της Μέσης Ανατολής.
Ο υπουργός Εξωτερικών της Αιγύπτου, Badr Abdelatty, ανέφερε ότι το Κάιρο έχει ενισχύσει τις επαφές του με την Τεχεράνη, την Ουάσιγκτον και το Ριάντ, επιδιώκοντας την αποτροπή νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης.
Παράλληλα, βρίσκονται σε εξέλιξη συντονισμένες προσπάθειες με τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία, το Πακιστάν και κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου.
Η σημασία αυτής της περιφερειακής κινητοποίησης είναι ιδιαίτερη.
Χώρες που έχουν διαφορετικές στρατηγικές σχέσεις με τις ΗΠΑ και το Ιράν αναγνωρίζουν ότι μια νέα σύγκρουση θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές συνέπειες για την οικονομία, την ενέργεια και την ασφάλειά τους.
Στις 26 Οκτωβρίου, υψηλόβαθμες αντιπροσωπείες της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας και του Πακιστάν πραγματοποίησαν συναντήσεις στην Τεχεράνη, με βασικό αντικείμενο την αποκλιμάκωση της κρίσης.
Στις συζητήσεις εξετάστηκε ακόμη και η δυνατότητα δημιουργίας ενός περιφερειακού πλαισίου μη επίθεσης, καθώς και η επανέναρξη των συνομιλιών μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών.
Η συμμετοχή τόσων διαφορετικών κρατών δείχνει ότι το ζήτημα δεν αντιμετωπίζεται πλέον αποκλειστικά ως διμερής αμερικανοϊρανική αντιπαράθεση.
Αφορά την ευρύτερη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής και τη δυνατότητα των περιφερειακών δυνάμεων να διαμορφώσουν συλλογικά ένα πλαίσιο αποκλιμάκωσης.

Al-Arabiya: Διακρίνονται ενδείξεις συμφωνίας
Στο κλίμα αυτό προστίθεται η εκτίμηση της δημοσιογράφου Rasha Nabil του Al-Arabiya, σύμφωνα με την οποία εμφανίζονται ενδείξεις διαμόρφωσης συμφωνίας μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών.
Η δημοσιογράφος σημείωσε ότι οι λεπτομέρειες εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, αλλά υποστήριξε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη σημαντική διπλωματική διεργασία.
Οι εκτιμήσεις αυτές συνδυάζονται με τις δηλώσεις της αμερικανικής κυβέρνησης, η οποία εμφανίζεται να προτιμά μια διπλωματική διέξοδο, χωρίς όμως να αποκλείει νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Marco Rubio επιβεβαίωσε ότι οι επαφές συνεχίζονται και ότι η κυβέρνηση Trump δεν έχει λάβει οριστική απόφαση για νέα πλήγματα.
Από την πλευρά του, ο Αμερικανός πρόεδρος χαρακτήρισε παραγωγικές τις διαπραγματεύσεις, διατηρώντας παράλληλα ανοιχτή την επιλογή στρατιωτικής δράσης μετά τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.
Αυτός ο συνδυασμός διαλόγου και στρατιωτικής απειλής αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες αβεβαιότητας.

Η Τεχεράνη επιδιώκει συμφωνία χωρίς να εγκαταλείπει τις απαιτήσεις της
Η σημερινή διπλωματική κινητικότητα αναδεικνύει μια σημαντική μεταβολή στη διαχείριση της κρίσης.
Μετά από μήνες στρατιωτικής σύγκρουσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι περιφερειακοί μεσολαβητές εξετάζουν εκ νέου τις δυνατότητες επίτευξης συμφωνίας με το Ιράν.
Η Τεχεράνη, παρά τις οικονομικές και στρατιωτικές συνέπειες του πολέμου, εξακολουθεί να συμμετέχει στις συνομιλίες θέτοντας συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Από ιρανικής πλευράς, η συνέχιση των διαβουλεύσεων παρουσιάζεται ως απόδειξη ότι η στρατιωτική πίεση δεν κατάφερε να εξαλείψει τη διαπραγματευτική θέση της χώρας.
Η αμερικανική πλευρά, αντίθετα, εξακολουθεί να συνδέει οποιαδήποτε ευρύτερη συμφωνία με τις δικές της απαιτήσεις για την ασφάλεια της περιοχής και τον περιορισμό των πυρηνικών δυνατοτήτων του Ιράν.
Η διαφορά παραμένει ουσιαστική και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει γεφυρωθεί.
Ωστόσο, η πιθανότητα μιας οικονομικής συμφωνίας με αντάλλαγμα το άνοιγμα των Στενών του Hormuz δημιουργεί ένα νέο πεδίο διπλωματικού συμβιβασμού.
Το κρίσιμο ζήτημα πλέον είναι εάν η Ουάσιγκτον θα αποδεχθεί συγκεκριμένα ανταλλάγματα και εγγυήσεις που θα επιτρέψουν στην Τεχεράνη να προχωρήσει στην αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας.
Μια βιώσιμη συμφωνία θα μπορούσε να μειώσει τον κίνδυνο νέας πολεμικής κλιμάκωσης, να ανακουφίσει τις διεθνείς αγορές ενέργειας και να δημιουργήσει προϋποθέσεις για ευρύτερες διαπραγματεύσεις.
Αντίθετα, η αποτυχία των επαφών θα διατηρούσε την περιοχή εκτεθειμένη στον κίνδυνο νέων επιθέσεων και αντιποίνων.
Το γεγονός ότι οι Ιρανοί διαπραγματευτές συνεχίζουν τις επαφές στην Ντόχα και ότι περισσότερα περιφερειακά κράτη αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες αποτυπώνει τη σημασία της διπλωματίας στη συγκεκριμένη συγκυρία.
Η επαναλειτουργία των Στενών του Hormuz μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας.
Για να συμβεί όμως αυτό, θα πρέπει να αντιμετωπιστούν όχι μόνο οι άμεσες ανάγκες της διεθνούς ναυσιπλοΐας, αλλά και οι οικονομικές, στρατιωτικές και πολιτικές απαιτήσεις που βρίσκονται στον πυρήνα της αμερικανοϊρανικής αντιπαράθεσης.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών