Τελευταία Νέα
Οικονομία

Η θανάσιμη εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από τον τουρισμό – Περισσότεροι τουρίστες, μικρότερα έσοδα και χαμηλή παραγωγικότητα

Η θανάσιμη εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από τον τουρισμό – Περισσότεροι τουρίστες, μικρότερα έσοδα και χαμηλή παραγωγικότητα
Όσο περισσότερο εξαρτάται το εξωτερικό ισοζύγιο από τον τουρισμό, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η εξάρτηση της οικονομίας από έναν κλάδο ευάλωτο σε διεθνείς κρίσεις, γεωπολιτικές αναταράξεις, κλιματική αλλαγή και μεταβολές στη διεθνή ζήτηση
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να θεωρεί τον τουρισμό έναν από τους σημαντικότερους οικονομικούς της κλάδους - τη μεγαλύτερη... βιομηχανία της.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η επιτυχία του τουρισμού μετατρέπεται σε υποκατάστατο μιας ευρύτερης αναπτυξιακής στρατηγικής.
Ποια είναι η εικόνα: Στην τουριστική γειτονιά που διαμένω στη Αθήνα άνοιξαν ένα σωρό cafes που προσφέρουν και brunch, με τιμές 15 – 20 ευρώ το κεφάλι.. Φέτος ήταν άδεια, ενώ το τοπικό σούπερ μάρκετ ήταν γεμάτο τουρίστες.
Η οικονομική κρίση που δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο, ο ΦΠΑ 24% στα περισσότερα είδη και μια … αισιόδοξη τιμολόγηση οδήγησαν στο φαινόμενο τα πλήθη των επισκεπτών να διασχίζουν δρόμους με άδεια μαγαζιά
Τα στοιχεία του 2026 είναι αποκαλυπτικά.
Δεν δείχνουν, μέχρι στιγμής, μείωση των τουριστικών εσόδων. Δείχνουν κάτι πιο ενδιαφέρον: η αύξηση των εσόδων εμφανίζεται να υπολείπεται της αύξησης των επισκεπτών.
Στο πρώτο πεντάμηνο του 2026, οι εισερχόμενοι ταξιδιώτες αυξήθηκαν κατά 20,9%, ενώ οι ταξιδιωτικές εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 25,8%, στα 5,32 δισ. ευρώ.
Η εικόνα παραμένει θετική, αλλά η μέση δαπάνη ανά ταξίδι αυξήθηκε μόλις κατά 4,5%.
Τον Μάιο, μάλιστα, οι επισκέπτες αυξήθηκαν κατά 12,2%, οι εισπράξεις κατά 10,9%, ενώ η μέση δαπάνη ανά ταξίδι μειώθηκε κατά 1,4%.
Άρα το σωστό ερώτημα δεν είναι εάν ο ελληνικός τουρισμός αναπτύσσεται, αλλά εάν η αύξηση του όγκου της τουριστικής δραστηριότητας μεταφράζεται σε αντίστοιχη αύξηση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας, της παραγωγικότητας και του πραγματικού εισοδήματος.
Και εδώ αρχίζει η συζήτηση για το τουριστικό υπόδειγμα.

Ο τουρισμός αντιπροσωπεύει μεγάλο μέρος των δημοσίων εσόδων — και ακριβώς γι’ αυτό δημιουργεί εξάρτηση

Το 2025 ήταν ακόμη μία χρονιά ρεκόρ.
Οι ταξιδιωτικές εισπράξεις ανήλθαν σε 23,63 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 9,4%, ενώ οι εισερχόμενοι ταξιδιώτες ξεπέρασαν τα 43,3 εκατομμύρια, αυξημένοι κατά 6,4%.
Οι διανυκτερεύσεις αυξήθηκαν πολύ λιγότερο, μόλις κατά 1,6%, στα 244,7 εκατομμύρια.
Η μέση δαπάνη ανά ταξίδι αυξήθηκε κατά 2,8%, στα 545,5 ευρώ, αλλά η μέση διάρκεια παραμονής μειώθηκε κατά 4,5%, στις 5,6 διανυκτερεύσεις.
Το ΙΝΣΕΤΕ υπολογίζει την άμεση συνεισφορά του τουρισμού το 2025 στα 32,4 δισ. ευρώ ή 13% του ΑΕΠ.
Πρόκειται για μέγεθος που από μόνο του δείχνει πόσο κεντρικός έχει γίνει ο κλάδος για την ελληνική οικονομία.
Η σημασία του φαίνεται ακόμη περισσότερο στο εξωτερικό ισοζύγιο.
Το 2025 το πλεόνασμα του ισοζυγίου ταξιδιωτικών υπηρεσιών έφτασε τα 20,29 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 8% σε σχέση με το 2024.
Οι καθαρές ταξιδιωτικές εισπράξεις αποτελούν έναν από τους βασικούς μηχανισμούς με τους οποίους η Ελλάδα αντισταθμίζει το διαχρονικό έλλειμμα του ισοζυγίου αγαθών.
Αυτό είναι το μεγάλο πλεονέκτημα του τουρισμού: Είναι μια εξαγωγική δραστηριότητα που παράγει συνάλλαγμα χωρίς το προϊόν να εγκαταλείπει τη χώρα.
Αλλά ακριβώς εδώ βρίσκεται και η αδυναμία: όσο περισσότερο εξαρτάται το εξωτερικό ισοζύγιο από τον τουρισμό, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η εξάρτηση της οικονομίας από έναν κλάδο ευάλωτο σε διεθνείς κρίσεις, γεωπολιτικές αναταράξεις, κλιματική αλλαγή και μεταβολές στη διεθνή ζήτηση.

Πόσα χρήματα μένουν πραγματικά στην Ελληνική οικονομία;

Η συζήτηση για το οικονομικό αποτύπωμα του τουρισμού χρειάζεται ακρίβεια.
Τα 23,6 δισ. ευρώ των ταξιδιωτικών εισπράξεων δεν σημαίνουν ότι δημιουργήθηκαν 23,6 δισ. ευρώ ελληνικού εισοδήματος.
Το ΑΕΠ μετρά την εγχώρια προστιθέμενη αξία.
Από την τουριστική δαπάνη ένα μέρος πηγαίνει σε μισθούς και κέρδη ελληνικών επιχειρήσεων, ένα μέρος σε φόρους και ένα μέρος σε εγχώριες προμήθειες.
Ένα άλλο μέρος αφορά εισαγόμενα αγαθά και υπηρεσίες.
Το ίδιο ισχύει για τις επενδύσεις.
Η αξία ενός ξενοδοχείου που κατασκευάζεται στην Ελλάδα δεν είναι ίση με την ελληνική προστιθέμενη αξία που δημιουργεί η επένδυση. Εξοπλισμός, τεχνολογία, υλικά, καύσιμα και άλλες εισροές μπορεί να είναι εισαγόμενα.
Γι’ αυτό είναι σημαντικό ότι ο ΟΟΣΑ επισημαίνει την ανάγκη περαιτέρω ανάπτυξης του Tourism Satellite Account στην Ελλάδα, ώστε να μπορεί να μετρηθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια η άμεση και έμμεση οικονομική συμβολή του τουρισμού και η σχέση του με τους υπόλοιπους κλάδους.
Αυτό σημαίνει ότι δεν έχουμε σήμερα ένα αξιόπιστο, επικαιροποιημένο ποσοστό που να μας επιτρέπει να απαντήσουμε στο ερώτημα «τόσα από κάθε ευρώ τουριστικής επένδυσης μένουν στην Ελλάδα και τόσα φεύγουν στο εξωτερικό».
Θα ήταν παραπλανητικό να επινοήσουμε έναν τέτοιο αριθμό.
Έχουμε όμως το κρίσιμο μεθοδολογικό ερώτημα: δεν πρέπει να μετράμε μόνο πόσα ευρώ δαπανώνται, αλλά πόση εγχώρια προστιθέμενη αξία δημιουργείται ανά ευρώ δαπάνης.
Στιγμιότυπο_οθόνης_2026-08-25_162300.png
Ο ΦΠΑ: σημαντικό δημοσιονομικό όφελος, αλλά όχι μέτρο συνολικής ανάπτυξης

Η τουριστική δραστηριότητα ενισχύει φυσικά και τα φορολογικά έσοδα.
Το πρώτο πεντάμηνο του 2026 τα έσοδα από ΦΠΑ ανήλθαν σε 12,34 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 650 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου.
Αν αφαιρεθεί όμως η έκτακτη συναλλαγή των 306 εκατ. ευρώ που συνδέεται με την παραχώρηση της Εγνατίας Οδού, η υπέρβαση έναντι του στόχου περιορίζεται στα 344 εκατ. ευρώ.

Ο ΦΠΑ λοιπόν αποδεικνύει ότι η κατανάλωση και η οικονομική δραστηριότητα είναι ισχυρές.
Δεν μας λέει όμως πόσο είναι το καθαρό όφελος της κοινωνίας.
Ένα ξενοδοχείο που αυξάνει τον τζίρο του δημιουργεί φορολογικά έσοδα.
Ταυτόχρονα μπορεί να αυξάνει την κατανάλωση νερού, την κυκλοφοριακή πίεση, τα απόβλητα, την ανάγκη για υποδομές και το κόστος στέγασης. Αυτά τα κόστη δεν αφαιρούνται από το ΑΕΠ.
Γι’ αυτό η έννοια του «οικονομικού αποτυπώματος» τουτουριστικού προϊόντος πρέπει να γίνει ευρύτερη από τον τζίρο, το ΑΕΠ και τον ΦΠΑ.

Η απασχόληση: πολλές θέσεις, αλλά μεγάλη εποχικότητα και χαμηλά εισοδήματα 

Ο τουρισμός είναι αναμφισβήτητα ένας μεγάλος εργοδότης.
Το 2023, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η τουριστική απασχόληση αντιστοιχούσε άμεσα στο 13,8% της συνολικής απασχόλησης στην Ελλάδα, έναντι 14,8% το 2019.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι δημιουργούνται πολλές θέσεις εργασίας.
Είναι τι είδους θέσεις εργασίας δημιουργούνται και τι παραγωγικότητα μπορούν να προσφέρουν - και κυρίως τι εισοδήματα δημιουργούν καθώς εντάσσονται σε έναν κλάδο χαμηλής παραγωγικότητας.
Ο τουρισμός είναι έντασης εργασίας και χαρακτηρίζεται από εποχικότητα.
Η ζήτηση για προσωπικό εκτοξεύεται τους θερινούς μήνες και υποχωρεί εκτός περιόδου.
Παράλληλα, οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να βρουν εργαζομένους με τις απαιτούμενες δεξιότητες.
Το δεύτερο τρίμηνο του 2024 το ποσοστό κενών θέσεων στον κλάδο καταλυμάτων και εστίασης ήταν 8,3%, έναντι μόλις 3,2% στην ΕΕ. Το μέσο ωριαίο εργατικό κόστος στον κλάδο ήταν 17,3 ευρώ, έναντι 31,8 ευρώ ως μέσος όρος στην ελληνική οικονομία συνολικά και πολύ χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Η εικόνα αυτή δείχνει μια οικονομία όπου υπάρχει ταυτόχρονα μεγάλη ζήτηση για εργατικά χέρια και αδυναμία κάλυψης των θέσεων που είναι χαμηλά αμειβόμενες.
Αυτό έχει σημασία και για την υπόλοιπη οικονομία: Όταν ο τουρισμός απορροφά εργαζομένους σε μαζική κλίμακα, ιδιαίτερα σε περιοχές με περιορισμένο εργατικό δυναμικό, ανταγωνίζεται άλλους κλάδους για προσωπικό.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η παραγωγικότητα

Ο ΟΟΣΑ καταγράφει ότι η παραγωγικότητα εργασίας στην Ελλάδα παραμένει ουσιαστικά στάσιμη: βρίσκεται περίπου στο 99% του επιπέδου του 2015, ενώ άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες – και δη οικονομίες στα Βαλκάνια που κάποτε βρίσκονταν σε απόσταση - έχουν επιτύχει σημαντική βελτίωση.
Παράλληλα, η ελληνική τουριστική οικονομία χαρακτηρίζεται από πολύ μεγάλο αριθμό μικρών επιχειρήσεων.
Αυτό δυσκολεύει τις επενδύσεις σε τεχνολογία, οργάνωση, εκπαίδευση, έρευνα και ανάπτυξη.
Εδώ βρίσκεται η αντίφαση: ο τουρισμός μπορεί να αυξάνει την απασχόληση και το ΑΕΠ χωρίς να αυξάνει με τον ίδιο ρυθμό την παραγωγικότητα.
Μια χώρα όμως δεν μπορεί να συγκλίνει με την Ευρώπη μόνο προσθέτοντας εργατοώρες σε υπηρεσίες.
Χρειάζεται να παράγει περισσότερη αξία ανά εργαζόμενο και ανά ώρα εργασίας.
Αυτό σημαίνει ότι το ζητούμενο δεν είναι να δημιουργούμε απλώς περισσότερες τουριστικές θέσεις εργασίας. Είναι να αυξάνουμε την αξία που παράγει κάθε εργαζόμενος — μέσω τεχνολογίας, δεξιοτήτων, καλύτερης οργάνωσης και μετάβασης σε προϊόντα υψηλότερης αξίας.
Η κατοικία είναι η πιο ορατή παρενέργεια
Η δεύτερη μεγάλη αντίφαση αφορά τη στέγαση.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει ότι οι τιμές των κατοικιών στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 7,8% το 2025, μετά από αύξηση 9,1% το 2024. Οι αυξήσεις των τιμών και των ενοικίων έχουν ξεπεράσει την αύξηση των εισοδημάτων, επιδεινώνοντας τη στεγαστική προσιτότητα.
Παράλληλα, η στεγαστική προσφορά παραμένει περιορισμένη: οι επενδύσεις σε κατοικίες βρίσκονται μόλις περίπου στο 60% του μέσου όρου της ΕΕ.
Η τουριστική ζήτηση δεν είναι η μόνη αιτία της στεγαστικής κρίσης.
Είναι όμως ένας παράγοντας που προσθέτει πίεση, ιδιαίτερα στις τουριστικές περιοχές και στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Οι βραχυχρόνιες μισθώσεις έχουν επίσης γίνει σημαντικός παράγοντας. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο οι διανυκτερεύσεις σε καταλύματα που κλείνονται μέσω πλατφορμών αυξήθηκαν κατά 9,7% το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Η οικονομική δραστηριότητα που δημιουργεί ένα τουριστικό κατάλυμα είναι υπαρκτή. Αλλά όταν ένα ακίνητο που προηγουμένως ήταν διαθέσιμο για μακροχρόνια κατοικία μετατρέπεται σε τουριστικό κατάλυμα, υπάρχει ένα κοινωνικό κόστος που δεν εμφανίζεται στον λογαριασμό του ΑΕΠ.

Ο υπερτουρισμός έχει οριακό κόστος

Το ίδιο ισχύει για τις υποδομές.
Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει μόνο το ερώτημα πόσους τουρίστες μπορεί να προσελκύσει.
Πρέπει να απαντήσει και στο πόσους μπορεί να εξυπηρετήσει χωρίς δυσανάλογη αύξηση του κόστους – και το φαινόμενο τους υπερτουρισμού λειτουργεί ιδιαίτερα αρνητικά για όλους του προορισμούς.
Νερό, απορρίμματα, ενέργεια, δρόμοι, λιμάνια, αεροδρόμια, δημόσιες υπηρεσίες: όλα αυτά πρέπει να υποστηρίξουν μια ζήτηση που σε ορισμένους προορισμούς πολλαπλασιάζεται μέσα σε λίγους μήνες.
Επομένως ο κρίσιμος δείκτης δεν είναι απλώς η αύξηση των αφίξεων. Είναι η οριακή οικονομική απόδοση ενός επιπλέον επισκέπτη σε σχέση με το οριακό κοινωνικό και περιβαλλοντικό κόστος του.
Αν για να εξυπηρετηθεί ο επόμενος τουρίστας απαιτούνται δυσανάλογα μεγάλες δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις, τότε η αύξηση του όγκου δεν αποτελεί πλέον αυτονόητα την καλύτερη οικονομική στρατηγική.

Το ζητούμενο δεν είναι λιγότερος τουρισμός, αλλά μικρότερη εξάρτηση

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας μόλις 1,8% το 2026, από 2,1% το 2025, ενώ επισημαίνει ότι η υψηλή εισαγωγική εξάρτηση των επενδύσεων κρατά διατηρεί διαρθρωτικά το έλλειμα στο ισοζύγιο τρεχουσων συναλλαγών.
Αυτό είναι το μεγάλο αναπτυξιακό πρόβλημα.
Η Ελλάδα έχει έναν εξαιρετικά επιτυχημένο εξαγωγικό κλάδο, αλλά δεν έχει ακόμη αρκετούς άλλους αντίστοιχους κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Γι’ αυτό το ζητούμενο δεν είναι να περιοριστεί ο τουρισμός. Είναι να αλλάξει ο στόχος του.
Όχι περισσότερες αφίξεις με κάθε κόστος, αλλά μεγαλύτερη αξία ανά επισκέπτη.
Η Ελλάδα χρειάζεται τον τουρισμό για το συνάλλαγμα, την απασχόληση και το ΑΕΠ. Αυτό που δεν χρειάζεται είναι να τον χρησιμοποιεί ως υποκατάστατο της παραγωγικής διαφοροποίησης.
Το πραγματικό ερώτημα της επόμενης δεκαετίας, επομένως, δεν είναι πόσα εκατομμύρια τουρίστες θα έρθουν στην Ελλάδα.
Είναι πόση ελληνική προστιθέμενη αξία, παραγωγικότητα, τεχνολογία και εισόδημα δημιουργεί κάθε επιπλέον ευρώ τουριστικής δαπάνης — και τι κόστος επιβάλλει στην υπόλοιπη οικονομία.
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι ότι η Ελλάδα έχει πολύ τουρισμό.
Το πρόβλημα είναι ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να έχει πολύ εναλλακτικές απέναντι στον τουρισμό.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης