Ποιο πονάει περισσότερο τη ΝΔ, το 20% του Τσίπρα ή το ποσοστό του Σαμαρά;
Ναι, το Μέγαρο Μαξίμου έχει κάθε λόγο να θέλει να χτίσει έναν ισχυρό αντίπαλο απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Και ο Αλέξης Τσίπρας, με την επιστροφή του στο προσκήνιο, προσφέρεται ιδανικά γι’ αυτόν τον ρόλο.
Η πολιτική αντιπαράθεση μαζί του μπορεί να επαναφέρει το γνώριμο δίλημμα, να ενεργοποιήσει τα αντι-ΣΥΡΙΖΑ αντανακλαστικά και κυρίως να περιορίσει τις διαρροές ψηφοφόρων της ΝΔ προς τα δεξιά.
Αυτό ακριβώς περιγράφει και η στρατηγική που αποδίδεται στο Μαξίμου:
ένας ισχυρός αντίπαλος στο Κέντρο αυξάνει το κόστος της χαλαρής ψήφου και ξαναβάζει την εκλογική αναμέτρηση σε τροχιά πόλωσης.
Ο πραγματικός αντίπαλος του Μαξίμου
Όμως, υπάρχει μια κρίσιμη παράμετρος που δεν την έχει σταθμίσει το Μαξίμου.
Ο πραγματικός αντίπαλος του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είναι ο Αλέξης Τσίπρας.
Είναι ο Αντώνης Σαμαράς.
Ο Τσίπρας μπορεί να είναι ο αντίπαλος που χρειάζεται το Μαξίμου για να συσπειρώσει τη ΝΔ.
Ο Σαμαράς, όμως, είναι ο αντίπαλος που μπορεί να αμφισβητήσει τον Μητσοτάκη εκεί όπου πραγματικά πονάει:
στο ίδιο το εκλογικό ακροατήριο της Νέας Δημοκρατίας.
Ο Τσίπρας αντιμετωπίζεται, ο Σαμαράς όχι
Και αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά.
Ο Τσίπρας απευθύνεται κυρίως σε ένα ακροατήριο που η ΝΔ γνωρίζει πώς να αντιμετωπίζει πολιτικά.
Η αντιπαράθεση μαζί του μπορεί να ξυπνήσει μνήμες της περιόδου 2015-2019, να επαναφέρει το δίλημμα της κυβερνητικής σταθερότητας και να λειτουργήσει ως μηχανισμός επαναπατρισμού ψηφοφόρων.
Άλλωστε, η άνοδος ενός ισχυρού αντιπολιτευτικού πόλου αυξάνει το πολιτικό κόστος της ψήφου διαμαρτυρίας προς μικρότερους σχηματισμούς.
Ο Σαμαράς μιλάει εύκολα στο κοινό της ΝΔ
Ο Σαμαράς, όμως, δεν χρειάζεται να πείσει τον ψηφοφόρο να φύγει από τη ΝΔ για να πάει στην άλλη πλευρά του πολιτικού φάσματος.
Μιλάει στη γλώσσα του ίδιου του παραδοσιακού εκλογικού σώματος της ΝΔ.
Μιλάει στους ηλικιωμένους. Στους οικογενειάρχες.
Στους «νοικοκυραίους».
Στους παραδοσιακούς δεξιούς.
Σε εκείνους που έχουν μάθει να βλέπουν τη Νέα Δημοκρατία ως το πολιτικό τους σπίτι, αλλά τα τελευταία χρόνια αισθάνονται ότι η κυβέρνηση έχει απομακρυνθεί από τις σταθερές με τις οποίες ταυτίζουν τη δεξιά παράταξη.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται η δυσκολία για τον Μητσοτάκη.
Γιατί ο Σαμαράς δεν χρειάζεται να δημιουργήσει ένα καινούργιο εκλογικό ακροατήριο.
Έχει τη δυνατότητα να κινηθεί μέσα σε μια ήδη υπάρχουσα δεξαμενή ψηφοφόρων που η ΝΔ θεωρεί, ή τουλάχιστον θεωρούσε, φυσική της βάση.
Η σημερινή εικόνα δείχνει άλλωστε πόσο σημαντική είναι αυτή η δεξαμενή.
Οι απώλειες της ΝΔ δεν κατευθύνονται σε έναν μόνο πολιτικό χώρο.
Ένα σημαντικό τμήμα τους διαχέεται προς κόμματα στα δεξιά της, με αποτέλεσμα ο κατακερματισμός να αποτελεί πλέον πραγματικό πρόβλημα για την κυβερνητική παράταξη.
Τι λένε οι εκτιμήσεις
Ο Τσίπρας και η ΕΛ.Α.Σ έχει ένα εύρος προτιμήσεων από τον κόσμο που μπορεί να τον φέρει και κοντά στο 20%, ενώ ο Αντώνης Σαμαράς, δυνητικά και χωρίς να έχει ένα κόμμα μπορεί να ακουμπήσει το 8-10%, σύμφωνα πάντα με εκτιμήσεις δημοσκόπων.
Ποιο πονάει περισσότερο τη ΝΔ, το 20% του Τσίπρα ή το ποσοστό του Σαμαρά;
Σ.Π
www.bankingnews.gr
Και ο Αλέξης Τσίπρας, με την επιστροφή του στο προσκήνιο, προσφέρεται ιδανικά γι’ αυτόν τον ρόλο.
Η πολιτική αντιπαράθεση μαζί του μπορεί να επαναφέρει το γνώριμο δίλημμα, να ενεργοποιήσει τα αντι-ΣΥΡΙΖΑ αντανακλαστικά και κυρίως να περιορίσει τις διαρροές ψηφοφόρων της ΝΔ προς τα δεξιά.
Αυτό ακριβώς περιγράφει και η στρατηγική που αποδίδεται στο Μαξίμου:
ένας ισχυρός αντίπαλος στο Κέντρο αυξάνει το κόστος της χαλαρής ψήφου και ξαναβάζει την εκλογική αναμέτρηση σε τροχιά πόλωσης.
Ο πραγματικός αντίπαλος του Μαξίμου
Όμως, υπάρχει μια κρίσιμη παράμετρος που δεν την έχει σταθμίσει το Μαξίμου.
Ο πραγματικός αντίπαλος του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είναι ο Αλέξης Τσίπρας.
Είναι ο Αντώνης Σαμαράς.
Ο Τσίπρας μπορεί να είναι ο αντίπαλος που χρειάζεται το Μαξίμου για να συσπειρώσει τη ΝΔ.
Ο Σαμαράς, όμως, είναι ο αντίπαλος που μπορεί να αμφισβητήσει τον Μητσοτάκη εκεί όπου πραγματικά πονάει:
στο ίδιο το εκλογικό ακροατήριο της Νέας Δημοκρατίας.
Ο Τσίπρας αντιμετωπίζεται, ο Σαμαράς όχι
Και αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά.
Ο Τσίπρας απευθύνεται κυρίως σε ένα ακροατήριο που η ΝΔ γνωρίζει πώς να αντιμετωπίζει πολιτικά.
Η αντιπαράθεση μαζί του μπορεί να ξυπνήσει μνήμες της περιόδου 2015-2019, να επαναφέρει το δίλημμα της κυβερνητικής σταθερότητας και να λειτουργήσει ως μηχανισμός επαναπατρισμού ψηφοφόρων.
Άλλωστε, η άνοδος ενός ισχυρού αντιπολιτευτικού πόλου αυξάνει το πολιτικό κόστος της ψήφου διαμαρτυρίας προς μικρότερους σχηματισμούς.
Ο Σαμαράς μιλάει εύκολα στο κοινό της ΝΔ
Ο Σαμαράς, όμως, δεν χρειάζεται να πείσει τον ψηφοφόρο να φύγει από τη ΝΔ για να πάει στην άλλη πλευρά του πολιτικού φάσματος.
Μιλάει στη γλώσσα του ίδιου του παραδοσιακού εκλογικού σώματος της ΝΔ.
Μιλάει στους ηλικιωμένους. Στους οικογενειάρχες.
Στους «νοικοκυραίους».
Στους παραδοσιακούς δεξιούς.
Σε εκείνους που έχουν μάθει να βλέπουν τη Νέα Δημοκρατία ως το πολιτικό τους σπίτι, αλλά τα τελευταία χρόνια αισθάνονται ότι η κυβέρνηση έχει απομακρυνθεί από τις σταθερές με τις οποίες ταυτίζουν τη δεξιά παράταξη.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται η δυσκολία για τον Μητσοτάκη.
Γιατί ο Σαμαράς δεν χρειάζεται να δημιουργήσει ένα καινούργιο εκλογικό ακροατήριο.
Έχει τη δυνατότητα να κινηθεί μέσα σε μια ήδη υπάρχουσα δεξαμενή ψηφοφόρων που η ΝΔ θεωρεί, ή τουλάχιστον θεωρούσε, φυσική της βάση.
Η σημερινή εικόνα δείχνει άλλωστε πόσο σημαντική είναι αυτή η δεξαμενή.
Οι απώλειες της ΝΔ δεν κατευθύνονται σε έναν μόνο πολιτικό χώρο.
Ένα σημαντικό τμήμα τους διαχέεται προς κόμματα στα δεξιά της, με αποτέλεσμα ο κατακερματισμός να αποτελεί πλέον πραγματικό πρόβλημα για την κυβερνητική παράταξη.
Τι λένε οι εκτιμήσεις
Ο Τσίπρας και η ΕΛ.Α.Σ έχει ένα εύρος προτιμήσεων από τον κόσμο που μπορεί να τον φέρει και κοντά στο 20%, ενώ ο Αντώνης Σαμαράς, δυνητικά και χωρίς να έχει ένα κόμμα μπορεί να ακουμπήσει το 8-10%, σύμφωνα πάντα με εκτιμήσεις δημοσκόπων.
Ποιο πονάει περισσότερο τη ΝΔ, το 20% του Τσίπρα ή το ποσοστό του Σαμαρά;
Σ.Π
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών