Η τρέχουσα οικονομική κατάσταση διεθνώς παρουσιάζει ορισμένες ανησυχητικές ομοιότητες με την περίοδο που προηγήθηκε της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008–2009
Σήμα κινδύνου για το ενδεχόμενο μιας νέας διεθνούς χρηματοπιστωτικής αναταραχής εκπέμπει με ανάλυσή του ο πρώην υπουργός Οικονομικών της Ελλάδος Γιώργος Αλογοσκούφης, ανασύροντας μνήμες από το οικονομικό σοκ του 2008.
Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρίσκονται τρεις κρίσιμοι καταλύτες που απειλούν να απορρυθμίσουν τις αγορές και να πυροδοτήσουν μια νέα «τέλεια καταιγίδα».
Ειδικότερα, σύμφωνα με τον κ. Αλογοσκούφη, η τρέχουσα οικονομική κατάσταση διεθνώς παρουσιάζει ορισμένες ανησυχητικές ομοιότητες με την περίοδο που προηγήθηκε της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008–2009.
Οι υψηλές αποτιμήσεις των περιουσιακών στοιχείων, το συσσωρευμένο χρέος, οι πολύπλοκες χρηματοπιστωτικές διασυνδέσεις και η αισιοδοξία για τις δυνατότητες της τεχνολογίας της τεχνητής νοημοσύνης συνυπάρχουν με σημαντικές οικονομικές ευπάθειες.
Ωστόσο, οι διαφορές είναι εξίσου σημαντικές, σημειώνει.
Οι πιθανές πηγές μιας νέας κρίσης, το διεθνές περιβάλλον και τα περιθώρια αντίδρασης της οικονομικής πολιτικής έχουν αλλάξει.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι απλώς αν θα επαναληφθεί το 2008, αλλά αν έχουμε κατανοήσει τους μηχανισμούς που μετατρέπουν τα οικονομικά σοκ και τις ανισορροπίες σε συστημική αστάθεια.
Όπως επισημαίνει ο πρώην υπουργός Οικονομικών, πριν από την προηγούμενη κρίση, η παγκόσμια οικονομία φαινόταν να έχει εισέλθει σε μια εποχή διαρκούς ευημερίας.
Η ανάπτυξη ήταν ισχυρή, το διεθνές εμπόριο επεκτεινόταν και ο πληθωρισμός στις ανεπτυγμένες οικονομίες παρέμενε σχετικά περιορισμένος.
Η λεγόμενη «Μεγάλη Εξομάλυνση» είχε ενισχύσει την πεποίθηση ότι η βελτίωση της νομισματικής πολιτικής και η χρηματοπιστωτική καινοτομία μείωναν τον κίνδυνο σημαντικών διακυμάνσεων.
Στην πραγματικότητα, αυτή η φαινομενική σταθερότητα ενθάρρυνε ολοένα και πιο ριψοκίνδυνες συμπεριφορές.
Στο επίκεντρο βρισκόταν η αμερικανική αγορά κατοικίας.
Η πιστωτική επέκταση, η χορήγηση στεγαστικών δανείων σε δανειολήπτες χαμηλής πιστοληπτικής ικανότητας και η τιτλοποίηση αυτών των δανείων δημιούργησαν ένα δίκτυο χρηματοπιστωτικών απαιτήσεων, οι υποκείμενοι κίνδυνοι του οποίου ήταν δύσκολο να αξιολογηθούν.
Η διανομή των δανείων μεταξύ πολλών επενδυτών θεωρούνταν ότι ενίσχυε την ασφάλεια.
Όταν, όμως, οι τιμές των κατοικιών υποχώρησαν, έγινε σαφές ότι οι κίνδυνοι ήταν στενά συσχετισμένοι.
Η αβεβαιότητα σχετικά με τις ζημίες υπονόμευσε την εμπιστοσύνη, διατάραξε τη χρηματοδότηση και μετέδωσε την κρίση στην πραγματική οικονομία.
Η πρώτη ομοιότητα με το σήμερα είναι η τάση των αγορών να μετατρέπουν μια εύλογη οικονομική προσδοκία σε ριψοκίνδυνα στοιχήματα. Πριν από το 2008, η επικρατούσα υπόθεση ήταν ότι οι τιμές των κατοικιών ήταν απίθανο να μειωθούν σε εθνικό επίπεδο.
Σήμερα, η τεχνητή νοημοσύνη τροφοδοτεί προσδοκίες για σημαντικές αυξήσεις της παραγωγικότητας και των εταιρικών κερδών.
Οι δυνατότητές της είναι σημαντικές, αλλά ούτε ο χρόνος υλοποίησης αυτών των κερδών ούτε η κατανομή των οφελών τους είναι εξασφαλισμένα.
Μια τεχνολογική επανάσταση μπορεί να μετασχηματίσει την οικονομία, ενώ ταυτόχρονα να δημιουργήσει υπερτιμημένες επενδύσεις.
Αυξάνεται ο κίνδυνος - Ομοιότητες
Σύμφωνα με τον Γιώργο Αλογοσκούφη, ο κίνδυνος αυξάνεται όταν μεγάλες επενδυτικές δαπάνες βασίζονται σε αισιόδοξες προβλέψεις εσόδων και, εν μέρει, σε δανεισμό.
Εάν τα αναμενόμενα κέρδη καθυστερήσουν, μπορεί να ακολουθήσουν περικοπές επενδύσεων, πτώση των αποτιμήσεων και ζημίες για τους δανειστές.
Η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών έχει επισημάνει τους κινδύνους που προκύπτουν από τη συγκέντρωση των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη και από τις αλληλεξαρτήσεις που τη συνοδεύουν.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι υπάρχει μια «φούσκα» τεχνητής νοημοσύνης συγκρίσιμη με τη φούσκα της αγοράς κατοικίας.
Υποδηλώνει, ωστόσο, ότι η τεχνολογική αισιοδοξία απαιτεί αυστηρό και συστηματικό έλεγχο.
Η δεύτερη ομοιότητα αφορά τη μόχλευση και την αδιαφάνεια.
Πριν από το 2008, οι κίνδυνοι συχνά αποκρύπτονταν σε πολύπλοκα χρηματοπιστωτικά προϊόντα και σε δραστηριότητες εκτός των ισολογισμών των τραπεζών.
Σήμερα, τα επενδυτικά κεφάλαια, οι οργανισμοί ιδιωτικής πιστοδότησης και άλλοι μη τραπεζικοί χρηματοπιστωτικοί διαμεσολαβητές διαδραματίζουν μεγαλύτερο ρόλο.
Η επέκτασή τους διευρύνει τις πηγές χρηματοδότησης, αλλά δημιουργεί επίσης διασυνδέσεις που δεν είναι πάντοτε διαφανείς.
Ιδίως στις αγορές κρατικών ομολόγων, στρατηγικές με υψηλή μόχλευση που εξαρτώνται από τη συνεχή χρηματοδότηση μπορούν να εντείνουν τις διαταραχές μέσω αναγκαστικών πωλήσεων περιουσιακών στοιχείων.
Μια τρίτη ομοιότητα είναι ότι η ανθεκτικότητα της πραγματικής οικονομίας μπορεί να δημιουργήσει μια παραπλανητική αίσθηση ασφάλειας.
Η ανάπτυξη, η απασχόληση και τα εταιρικά κέρδη δεν αποκαλύπτουν πλήρως την ευπάθεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Οι ισολογισμοί μπορούν να επιδεινωθούν γρήγορα, ενώ η οικονομική δραστηριότητα συνεχίζει να επεκτείνεται.
Το κρίσιμο σημείο καμπής έρχεται όταν οι επενδυτές αρχίζουν ταυτόχρονα να αμφισβητούν την αξία των εξασφαλίσεων και την ικανότητα των αντισυμβαλλομένων τους να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους.
Οι προσπάθειες περιορισμού του κινδύνου, οι οποίες είναι συνετές για μεμονωμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, μπορούν τότε να αποσταθεροποιήσουν το σύστημα στο σύνολό του.
Διαφορές
Η σημαντικότερη διαφορά έγκειται στο πού συγκεντρώνονται οι ευπάθειες που συνδέονται με το χρέος.
Το 2008, λέει ο Γιώργος Αλογοσκούφης, η κρίση ξεκίνησε κυρίως από τον ιδιωτικό δανεισμό και την έκθεση των τραπεζών στην αγορά στεγαστικών δανείων.
Σήμερα, το υψηλό δημόσιο χρέος αποτελεί κεντρικό στοιχείο της διεθνούς οικονομικής ευπάθειας.
Η αύξηση του κόστους δανεισμού επιβαρύνει σταδιακά τους κρατικούς προϋπολογισμούς, καθώς το παλαιότερο χρέος αναχρηματοδοτείται.
Παράλληλα, οι ανάγκες για δαπάνες στον τομέα της άμυνας, των υποδομών, της ενεργειακής μετάβασης και της κοινωνικής προστασίας εντείνουν τις δημοσιονομικές πιέσεις.
Επειδή τα κρατικά ομόλογα χρησιμοποιούνται ευρέως ως εξασφαλίσεις, μια διαταραχή σε αυτές τις αγορές μπορεί να επηρεάσει ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Μια δεύτερη διαφορά αφορά τη θεσμική ετοιμότητα.
Οι μεταρρυθμίσεις που ακολούθησαν το 2008 ενίσχυσαν την εποπτεία των τραπεζών και καθιέρωσαν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ως κεντρική προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής.
Οι αρχές διαθέτουν πλέον την εμπειρία της προηγούμενης κρίσης και των παρεμβάσεων που αυτή κατέστησε αναγκαίες.
Πρόκειται για ένα σημαντικό πλεονέκτημα.
Ωστόσο, αυτό δεν εγγυάται ότι οι νέοι κίνδυνοι θα εντοπιστούν έγκαιρα, ιδίως όταν εμφανίζονται σε μη τραπεζικά ιδρύματα και σε αγορές διαφορετικές από εκείνες που βρίσκονταν στο επίκεντρο της προηγούμενης κατάρρευσης.
Το μακροοικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον είναι επίσης διαφορετικό.
Σήμερα, οι διαταραχές στην ενέργεια, οι στρατιωτικές συγκρούσεις και οι εμπορικοί περιορισμοί επηρεάζουν ταυτόχρονα την παραγωγή και τις τιμές.
Οι διεθνείς οργανισμοί προβλέπουν παγκόσμια ανάπτυξη της τάξης του 2,9% το 2026 και 3,0% το 2027, επισημαίνοντας παράλληλα τις επίμονες πληθωριστικές πιέσεις και την αβεβαιότητα.
Η εικόνα αυτή συνδυάζει την ανθεκτικότητα της οικονομίας με ασθενή δυναμική και διαδοχικά σοκ προσφοράς.
Διαφέρει τόσο από την αισιοδοξία που επικρατούσε πριν από το 2008 όσο και από την κατάρρευση της ζήτησης που ακολούθησε το ξέσπασμα της προηγούμενης κρίσης.
Οι συνθήκες αυτές δημιουργούν δυσκολότερα διλήμματα για την οικονομική πολιτική.
Μια νέα χρηματοπιστωτική αναταραχή θα απαιτούσε άμεση παροχή ρευστότητας, όμως ο επίμονος πληθωρισμός θα περιόριζε τα περιθώρια για μια ευρεία χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.
Η στήριξη της λειτουργίας των αγορών θα έπρεπε να διαχωρίζεται προσεκτικά από τα μέτρα που αποσκοπούν στην τόνωση της συνολικής ζήτησης.
Αντίστοιχα, το υψηλό δημόσιο χρέος καθιστά τις μεγάλες δημοσιονομικές παρεμβάσεις ακριβότερες.
Ο γεωοικονομικός κατακερματισμός περιπλέκει περαιτέρω τον διεθνή συντονισμό, ακριβώς τη στιγμή που οι διασυνοριακές χρηματοπιστωτικές διασυνδέσεις καθιστούν τη διεθνή συνεργασία απαραίτητη.
Συνεπώς, δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για να θεωρηθεί πιθανή μια επανάληψη του 2008.
Υπάρχουν, ωστόσο, επιτακτικοί λόγοι για να αποφευχθεί ο εφησυχασμός.
Οι προτεραιότητες θα πρέπει να περιλαμβάνουν τον έγκαιρο εντοπισμό της υπερβολικής μόχλευσης, την ενίσχυση της διαφάνειας στις χρηματοπιστωτικές διασυνδέσεις και την αποκατάσταση των δημοσιονομικών περιθωρίων ελιγμών.
Το δίδαγμα της προηγούμενης κρίσης είναι ότι η σταθερότητα απαιτεί διαρκή επαγρύπνηση από την πλευρά της οικονομικής πολιτικής.
Η επόμενη κρίση, εάν εκδηλωθεί, μπορεί να ξεκινήσει από μια διαφορετική αγορά, αλλά να εξαπλωθεί μέσω των ίδιων γνώριμων μηχανισμών: απώλεια εμπιστοσύνης, απόσυρση χρηματοδότησης και αναγκαστική απομόχλευση, καταλήγει ο Γιώργος Αλογοσκούφης.

www.bankingnews.gr
Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρίσκονται τρεις κρίσιμοι καταλύτες που απειλούν να απορρυθμίσουν τις αγορές και να πυροδοτήσουν μια νέα «τέλεια καταιγίδα».
Ειδικότερα, σύμφωνα με τον κ. Αλογοσκούφη, η τρέχουσα οικονομική κατάσταση διεθνώς παρουσιάζει ορισμένες ανησυχητικές ομοιότητες με την περίοδο που προηγήθηκε της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008–2009.
Οι υψηλές αποτιμήσεις των περιουσιακών στοιχείων, το συσσωρευμένο χρέος, οι πολύπλοκες χρηματοπιστωτικές διασυνδέσεις και η αισιοδοξία για τις δυνατότητες της τεχνολογίας της τεχνητής νοημοσύνης συνυπάρχουν με σημαντικές οικονομικές ευπάθειες.
Ωστόσο, οι διαφορές είναι εξίσου σημαντικές, σημειώνει.
Οι πιθανές πηγές μιας νέας κρίσης, το διεθνές περιβάλλον και τα περιθώρια αντίδρασης της οικονομικής πολιτικής έχουν αλλάξει.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι απλώς αν θα επαναληφθεί το 2008, αλλά αν έχουμε κατανοήσει τους μηχανισμούς που μετατρέπουν τα οικονομικά σοκ και τις ανισορροπίες σε συστημική αστάθεια.
Όπως επισημαίνει ο πρώην υπουργός Οικονομικών, πριν από την προηγούμενη κρίση, η παγκόσμια οικονομία φαινόταν να έχει εισέλθει σε μια εποχή διαρκούς ευημερίας.
Η ανάπτυξη ήταν ισχυρή, το διεθνές εμπόριο επεκτεινόταν και ο πληθωρισμός στις ανεπτυγμένες οικονομίες παρέμενε σχετικά περιορισμένος.
Η λεγόμενη «Μεγάλη Εξομάλυνση» είχε ενισχύσει την πεποίθηση ότι η βελτίωση της νομισματικής πολιτικής και η χρηματοπιστωτική καινοτομία μείωναν τον κίνδυνο σημαντικών διακυμάνσεων.
Στην πραγματικότητα, αυτή η φαινομενική σταθερότητα ενθάρρυνε ολοένα και πιο ριψοκίνδυνες συμπεριφορές.
Στο επίκεντρο βρισκόταν η αμερικανική αγορά κατοικίας.
Η πιστωτική επέκταση, η χορήγηση στεγαστικών δανείων σε δανειολήπτες χαμηλής πιστοληπτικής ικανότητας και η τιτλοποίηση αυτών των δανείων δημιούργησαν ένα δίκτυο χρηματοπιστωτικών απαιτήσεων, οι υποκείμενοι κίνδυνοι του οποίου ήταν δύσκολο να αξιολογηθούν.
Η διανομή των δανείων μεταξύ πολλών επενδυτών θεωρούνταν ότι ενίσχυε την ασφάλεια.
Όταν, όμως, οι τιμές των κατοικιών υποχώρησαν, έγινε σαφές ότι οι κίνδυνοι ήταν στενά συσχετισμένοι.
Η αβεβαιότητα σχετικά με τις ζημίες υπονόμευσε την εμπιστοσύνη, διατάραξε τη χρηματοδότηση και μετέδωσε την κρίση στην πραγματική οικονομία.
Η πρώτη ομοιότητα με το σήμερα είναι η τάση των αγορών να μετατρέπουν μια εύλογη οικονομική προσδοκία σε ριψοκίνδυνα στοιχήματα. Πριν από το 2008, η επικρατούσα υπόθεση ήταν ότι οι τιμές των κατοικιών ήταν απίθανο να μειωθούν σε εθνικό επίπεδο.
Σήμερα, η τεχνητή νοημοσύνη τροφοδοτεί προσδοκίες για σημαντικές αυξήσεις της παραγωγικότητας και των εταιρικών κερδών.
Οι δυνατότητές της είναι σημαντικές, αλλά ούτε ο χρόνος υλοποίησης αυτών των κερδών ούτε η κατανομή των οφελών τους είναι εξασφαλισμένα.
Μια τεχνολογική επανάσταση μπορεί να μετασχηματίσει την οικονομία, ενώ ταυτόχρονα να δημιουργήσει υπερτιμημένες επενδύσεις.
Αυξάνεται ο κίνδυνος - Ομοιότητες
Σύμφωνα με τον Γιώργο Αλογοσκούφη, ο κίνδυνος αυξάνεται όταν μεγάλες επενδυτικές δαπάνες βασίζονται σε αισιόδοξες προβλέψεις εσόδων και, εν μέρει, σε δανεισμό.
Εάν τα αναμενόμενα κέρδη καθυστερήσουν, μπορεί να ακολουθήσουν περικοπές επενδύσεων, πτώση των αποτιμήσεων και ζημίες για τους δανειστές.
Η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών έχει επισημάνει τους κινδύνους που προκύπτουν από τη συγκέντρωση των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη και από τις αλληλεξαρτήσεις που τη συνοδεύουν.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι υπάρχει μια «φούσκα» τεχνητής νοημοσύνης συγκρίσιμη με τη φούσκα της αγοράς κατοικίας.
Υποδηλώνει, ωστόσο, ότι η τεχνολογική αισιοδοξία απαιτεί αυστηρό και συστηματικό έλεγχο.
Η δεύτερη ομοιότητα αφορά τη μόχλευση και την αδιαφάνεια.
Πριν από το 2008, οι κίνδυνοι συχνά αποκρύπτονταν σε πολύπλοκα χρηματοπιστωτικά προϊόντα και σε δραστηριότητες εκτός των ισολογισμών των τραπεζών.
Σήμερα, τα επενδυτικά κεφάλαια, οι οργανισμοί ιδιωτικής πιστοδότησης και άλλοι μη τραπεζικοί χρηματοπιστωτικοί διαμεσολαβητές διαδραματίζουν μεγαλύτερο ρόλο.
Η επέκτασή τους διευρύνει τις πηγές χρηματοδότησης, αλλά δημιουργεί επίσης διασυνδέσεις που δεν είναι πάντοτε διαφανείς.
Ιδίως στις αγορές κρατικών ομολόγων, στρατηγικές με υψηλή μόχλευση που εξαρτώνται από τη συνεχή χρηματοδότηση μπορούν να εντείνουν τις διαταραχές μέσω αναγκαστικών πωλήσεων περιουσιακών στοιχείων.
Μια τρίτη ομοιότητα είναι ότι η ανθεκτικότητα της πραγματικής οικονομίας μπορεί να δημιουργήσει μια παραπλανητική αίσθηση ασφάλειας.
Η ανάπτυξη, η απασχόληση και τα εταιρικά κέρδη δεν αποκαλύπτουν πλήρως την ευπάθεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Οι ισολογισμοί μπορούν να επιδεινωθούν γρήγορα, ενώ η οικονομική δραστηριότητα συνεχίζει να επεκτείνεται.
Το κρίσιμο σημείο καμπής έρχεται όταν οι επενδυτές αρχίζουν ταυτόχρονα να αμφισβητούν την αξία των εξασφαλίσεων και την ικανότητα των αντισυμβαλλομένων τους να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους.
Οι προσπάθειες περιορισμού του κινδύνου, οι οποίες είναι συνετές για μεμονωμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, μπορούν τότε να αποσταθεροποιήσουν το σύστημα στο σύνολό του.
Διαφορές
Η σημαντικότερη διαφορά έγκειται στο πού συγκεντρώνονται οι ευπάθειες που συνδέονται με το χρέος.
Το 2008, λέει ο Γιώργος Αλογοσκούφης, η κρίση ξεκίνησε κυρίως από τον ιδιωτικό δανεισμό και την έκθεση των τραπεζών στην αγορά στεγαστικών δανείων.
Σήμερα, το υψηλό δημόσιο χρέος αποτελεί κεντρικό στοιχείο της διεθνούς οικονομικής ευπάθειας.
Η αύξηση του κόστους δανεισμού επιβαρύνει σταδιακά τους κρατικούς προϋπολογισμούς, καθώς το παλαιότερο χρέος αναχρηματοδοτείται.
Παράλληλα, οι ανάγκες για δαπάνες στον τομέα της άμυνας, των υποδομών, της ενεργειακής μετάβασης και της κοινωνικής προστασίας εντείνουν τις δημοσιονομικές πιέσεις.
Επειδή τα κρατικά ομόλογα χρησιμοποιούνται ευρέως ως εξασφαλίσεις, μια διαταραχή σε αυτές τις αγορές μπορεί να επηρεάσει ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Μια δεύτερη διαφορά αφορά τη θεσμική ετοιμότητα.
Οι μεταρρυθμίσεις που ακολούθησαν το 2008 ενίσχυσαν την εποπτεία των τραπεζών και καθιέρωσαν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ως κεντρική προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής.
Οι αρχές διαθέτουν πλέον την εμπειρία της προηγούμενης κρίσης και των παρεμβάσεων που αυτή κατέστησε αναγκαίες.
Πρόκειται για ένα σημαντικό πλεονέκτημα.
Ωστόσο, αυτό δεν εγγυάται ότι οι νέοι κίνδυνοι θα εντοπιστούν έγκαιρα, ιδίως όταν εμφανίζονται σε μη τραπεζικά ιδρύματα και σε αγορές διαφορετικές από εκείνες που βρίσκονταν στο επίκεντρο της προηγούμενης κατάρρευσης.
Το μακροοικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον είναι επίσης διαφορετικό.
Σήμερα, οι διαταραχές στην ενέργεια, οι στρατιωτικές συγκρούσεις και οι εμπορικοί περιορισμοί επηρεάζουν ταυτόχρονα την παραγωγή και τις τιμές.
Οι διεθνείς οργανισμοί προβλέπουν παγκόσμια ανάπτυξη της τάξης του 2,9% το 2026 και 3,0% το 2027, επισημαίνοντας παράλληλα τις επίμονες πληθωριστικές πιέσεις και την αβεβαιότητα.
Η εικόνα αυτή συνδυάζει την ανθεκτικότητα της οικονομίας με ασθενή δυναμική και διαδοχικά σοκ προσφοράς.
Διαφέρει τόσο από την αισιοδοξία που επικρατούσε πριν από το 2008 όσο και από την κατάρρευση της ζήτησης που ακολούθησε το ξέσπασμα της προηγούμενης κρίσης.
Οι συνθήκες αυτές δημιουργούν δυσκολότερα διλήμματα για την οικονομική πολιτική.
Μια νέα χρηματοπιστωτική αναταραχή θα απαιτούσε άμεση παροχή ρευστότητας, όμως ο επίμονος πληθωρισμός θα περιόριζε τα περιθώρια για μια ευρεία χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.
Η στήριξη της λειτουργίας των αγορών θα έπρεπε να διαχωρίζεται προσεκτικά από τα μέτρα που αποσκοπούν στην τόνωση της συνολικής ζήτησης.
Αντίστοιχα, το υψηλό δημόσιο χρέος καθιστά τις μεγάλες δημοσιονομικές παρεμβάσεις ακριβότερες.
Ο γεωοικονομικός κατακερματισμός περιπλέκει περαιτέρω τον διεθνή συντονισμό, ακριβώς τη στιγμή που οι διασυνοριακές χρηματοπιστωτικές διασυνδέσεις καθιστούν τη διεθνή συνεργασία απαραίτητη.
Συνεπώς, δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για να θεωρηθεί πιθανή μια επανάληψη του 2008.
Υπάρχουν, ωστόσο, επιτακτικοί λόγοι για να αποφευχθεί ο εφησυχασμός.
Οι προτεραιότητες θα πρέπει να περιλαμβάνουν τον έγκαιρο εντοπισμό της υπερβολικής μόχλευσης, την ενίσχυση της διαφάνειας στις χρηματοπιστωτικές διασυνδέσεις και την αποκατάσταση των δημοσιονομικών περιθωρίων ελιγμών.
Το δίδαγμα της προηγούμενης κρίσης είναι ότι η σταθερότητα απαιτεί διαρκή επαγρύπνηση από την πλευρά της οικονομικής πολιτικής.
Η επόμενη κρίση, εάν εκδηλωθεί, μπορεί να ξεκινήσει από μια διαφορετική αγορά, αλλά να εξαπλωθεί μέσω των ίδιων γνώριμων μηχανισμών: απώλεια εμπιστοσύνης, απόσυρση χρηματοδότησης και αναγκαστική απομόχλευση, καταλήγει ο Γιώργος Αλογοσκούφης.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών