H υποστήριξη των ΗΠΑ προς έναν σύμμαχο παραμένει ισχυρή όσο εξυπηρετεί ευρύτερους στρατηγικούς στόχους
Η δημοσίευση έρευνας της «Washington Post» για το ρόλο των αμερικανικών πληροφοριών στις ουκρανικές επιθέσεις κατά ρωσικών διυλιστηρίων επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ερώτημα που απασχολεί ολοένα περισσότερους αναλυτές και διπλωματικούς κύκλους: γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες φέρονται να υποστήριξαν εμμέσως αυτές τις επιχειρήσεις, εμφανίζονται σήμερα να ζητούν τον περιορισμό τους;
Σύμφωνα με την έρευνα της αμερικανικής εφημερίδας, οι ουκρανικές επιθέσεις βασίστηκαν σε μεγάλο βαθμό σε πληροφορίες που επέτρεπαν τον εντοπισμό κενών στην κάλυψη της ρωσικής αεράμυνας και το σχεδιασμό ασφαλέστερων διαδρομών για τα ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Το αποτέλεσμα ήταν μια εκστρατεία που έπληξε μεγάλο μέρος της ρωσικής υποδομής διυλιστηρίων, ασκώντας πίεση σε έναν τομέα με ιδιαίτερη σημασία για τα δημόσια έσοδα του Κρεμλίνου.
Η εν λόγω στάση δεν προκαλούσε έκπληξη όσο η αμερικανική στρατηγική επικεντρωνόταν στην αύξηση του κόστους του πολέμου για τη Μόσχα.
Ωστόσο, το πολιτικό κι οικονομικό περιβάλλον έχει μεταβληθεί σημαντικά τους τελευταίους μήνες.
Η κλιμάκωση στο Μεσανατολικό κι οι ανησυχίες για την ασφάλεια των θαλάσσιων γραμμών μεταφοράς πετρελαίου έχουν επαναφέρει στο επίκεντρο το ζήτημα των διεθνών τιμών ενέργειας, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα τους Αμερικανούς καταναλωτές.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η συνέχιση των πληγμάτων κατά της ρωσικής ενεργειακής υποδομής ενδέχεται να εξυπηρετήσει λιγότερο τους αμερικανικούς στόχους απ΄ ό, τι στο παρελθόν.
Μια παρατεταμένη πίεση στην παγκόσμια αγορά καυσίμων θα μπορούσε να συμβάλει στη διατήρηση υψηλών τιμών, με άμεσο πολιτικό κόστος για τον Donald Trump ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Γι΄ αυτό αρκετοί παρατηρητές εκτιμούν ότι η πρόσφατη αμερικανική πίεση προς το Κίεβο δεν υποδηλώνει αλλαγή στρατοπέδου, αλλά αναπροσαρμογή προτεραιοτήτων.
Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να στηρίζει την Ουκρανία με όπλα και πληροφορίες, ταυτόχρονα όμως φαίνεται να επιδιώκει μεγαλύτερο έλεγχο στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται αυτά τα μέσα, ώστε να μην υπονομεύονται άλλοι στρατηγικοί ή πολιτικοί στόχοι των ΗΠΑ.
Ενδεικτικές είναι κι οι αντικρουόμενες πληροφορίες που έχουν δημοσιευθεί σχετικά με τις επαφές Αμερικανών κι Ουκρανών αξιωματούχων.
Διαρροές για πιθανές απειλές διακοπής της συνεργασίας στον τομέα των πληροφοριών ακολουθήθηκαν από διαψεύσεις και διευκρινίσεις, γεγονός που υποδηλώνει ότι η Ουάσιγκτον επιδιώκει περισσότερο να επηρεάσει τη συμπεριφορά του Κιέβου παρά να συγκρουστεί ανοικτά μαζί του.
Η υπόθεση αναδεικνύει, τελικά, ένα διαχρονικό γνώρισμα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής: η υποστήριξη προς έναν σύμμαχο παραμένει ισχυρή όσο εξυπηρετεί ευρύτερους στρατηγικούς στόχους.
Όταν, όμως, αυτοί οι στόχοι μεταβάλλονται, μεταβάλλονται κι οι επιθυμητές «κόκκινες γραμμές».
Στην παρούσα συγκυρία, η σταθερότητα των ενεργειακών αγορών και το εσωτερικό πολιτικό κόστος φαίνεται να αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα για την Ουάσιγκτον απ΄ ό, τι η συνέχιση μιας εκστρατείας φθοράς κατά των ρωσικών διυλιστηρίων.
www.bankingnews.gr
Σύμφωνα με την έρευνα της αμερικανικής εφημερίδας, οι ουκρανικές επιθέσεις βασίστηκαν σε μεγάλο βαθμό σε πληροφορίες που επέτρεπαν τον εντοπισμό κενών στην κάλυψη της ρωσικής αεράμυνας και το σχεδιασμό ασφαλέστερων διαδρομών για τα ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Το αποτέλεσμα ήταν μια εκστρατεία που έπληξε μεγάλο μέρος της ρωσικής υποδομής διυλιστηρίων, ασκώντας πίεση σε έναν τομέα με ιδιαίτερη σημασία για τα δημόσια έσοδα του Κρεμλίνου.
Η εν λόγω στάση δεν προκαλούσε έκπληξη όσο η αμερικανική στρατηγική επικεντρωνόταν στην αύξηση του κόστους του πολέμου για τη Μόσχα.
Ωστόσο, το πολιτικό κι οικονομικό περιβάλλον έχει μεταβληθεί σημαντικά τους τελευταίους μήνες.
Η κλιμάκωση στο Μεσανατολικό κι οι ανησυχίες για την ασφάλεια των θαλάσσιων γραμμών μεταφοράς πετρελαίου έχουν επαναφέρει στο επίκεντρο το ζήτημα των διεθνών τιμών ενέργειας, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα τους Αμερικανούς καταναλωτές.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η συνέχιση των πληγμάτων κατά της ρωσικής ενεργειακής υποδομής ενδέχεται να εξυπηρετήσει λιγότερο τους αμερικανικούς στόχους απ΄ ό, τι στο παρελθόν.
Μια παρατεταμένη πίεση στην παγκόσμια αγορά καυσίμων θα μπορούσε να συμβάλει στη διατήρηση υψηλών τιμών, με άμεσο πολιτικό κόστος για τον Donald Trump ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Γι΄ αυτό αρκετοί παρατηρητές εκτιμούν ότι η πρόσφατη αμερικανική πίεση προς το Κίεβο δεν υποδηλώνει αλλαγή στρατοπέδου, αλλά αναπροσαρμογή προτεραιοτήτων.
Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να στηρίζει την Ουκρανία με όπλα και πληροφορίες, ταυτόχρονα όμως φαίνεται να επιδιώκει μεγαλύτερο έλεγχο στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται αυτά τα μέσα, ώστε να μην υπονομεύονται άλλοι στρατηγικοί ή πολιτικοί στόχοι των ΗΠΑ.
Ενδεικτικές είναι κι οι αντικρουόμενες πληροφορίες που έχουν δημοσιευθεί σχετικά με τις επαφές Αμερικανών κι Ουκρανών αξιωματούχων.
Διαρροές για πιθανές απειλές διακοπής της συνεργασίας στον τομέα των πληροφοριών ακολουθήθηκαν από διαψεύσεις και διευκρινίσεις, γεγονός που υποδηλώνει ότι η Ουάσιγκτον επιδιώκει περισσότερο να επηρεάσει τη συμπεριφορά του Κιέβου παρά να συγκρουστεί ανοικτά μαζί του.
Η υπόθεση αναδεικνύει, τελικά, ένα διαχρονικό γνώρισμα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής: η υποστήριξη προς έναν σύμμαχο παραμένει ισχυρή όσο εξυπηρετεί ευρύτερους στρατηγικούς στόχους.
Όταν, όμως, αυτοί οι στόχοι μεταβάλλονται, μεταβάλλονται κι οι επιθυμητές «κόκκινες γραμμές».
Στην παρούσα συγκυρία, η σταθερότητα των ενεργειακών αγορών και το εσωτερικό πολιτικό κόστος φαίνεται να αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα για την Ουάσιγκτον απ΄ ό, τι η συνέχιση μιας εκστρατείας φθοράς κατά των ρωσικών διυλιστηρίων.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών