Η «αντίστροφη παγίδα Kindleberger» φέρνει την επόμενη Μεγάλη Ύφεση – Χωρίς «σανίδα σωτηρίας» από ΗΠΑ και Κίνα
Για πρωτοφανή χρηματοπιστωτική κρίση προειδοποιεί το γνωστό think tank Chatham House, φέρνοντας στο προσκήνιο την «αντίστροφη παγίδα Kindleberger», σύμφωνα με την οποία η απουσία μιας ηγετικής δύναμης για τη διασφάλιση της παγκόσμιας οικονομικής σταθερότητας απειλεί να πυροδοτήσει ένα συστημικό κραχ.
Και πράγματι, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις οξύνονται και οι αγορές χάνουν τους μηχανισμούς προστασίας τους, το διεθνές σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο με το φάσμα μιας ανεξέλεγκτης κατάρρευσης.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το γνωστό think tank, ανησυχητικό χαρακτηριστικό της επόμενης μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης είναι ότι ενδέχεται να μην υπάρχει μια κυρίαρχη δύναμη, ικανή και πρόθυμη να σταθεροποιήσει τη διεθνή οικονομική τάξη.
Αυτό θα ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, και το συμπέρασμα του αείμνηστου οικονομικού ιστορικού Charles Kindleberger, ο οποίος υποστήριζε ότι η διάρκεια και το βάθος της Μεγάλης Ύφεσης της δεκαετίας του 1930 οφείλονταν στην αποτυχία είτε της Μεγάλης Βρετανίας είτε των Ηνωμένων Πολιτειών να λειτουργήσουν ως υπεύθυνος ηγεμόνας της παγκόσμιας οικονομίας.
Κατά τον Kindleberger, η αποδυναμωμένη Μεγάλη Βρετανία, ως η παρακμάζουσα ηγεμονική δύναμη, δεν ήταν πλέον σε θέση να προσφέρει ηγεσία, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες, ως ανερχόμενη δύναμη, δεν ήταν διατεθειμένες να το κάνουν.
Από αυτή την αντίφαση προέκυψε η ομώνυμη «παγίδα του Kindleberger».
Έτσι, ο κόσμος βρέθηκε χωρίς ένα ανοιχτό σύστημα διεθνούς εμπορίου, χωρίς αξιόπιστο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών και χωρίς έναν αξιόπιστο διεθνή δανειστή έσχατης ανάγκης.
«Όταν κάθε χώρα στράφηκε στην προστασία του εθνικού της ιδιωτικού συμφέροντος, το παγκόσμιο δημόσιο συμφέρον πήγε περίπατο — και μαζί του και τα ιδιωτικά συμφέροντα όλων.»
Σήμερα, όμως, η νέα «παγίδα του Kindleberger» είναι κάπως διαφορετική από την αρχική.
Ο κίνδυνος πλέον δεν προέρχεται τόσο από την απροθυμία της ανερχόμενης ηγεμονικής δύναμης, του Πεκίνου, να συμβάλει στη σταθεροποίηση του συστήματος, όσο από την απροθυμία της υφιστάμενης ηγεμονικής δύναμης, της Ουάσιγκτον.
Μια «αντίστροφη παγίδα του Kindleberger», αν θέλετε.
Η κρίση του 2008
Σύμφωνα με το Chatham House, σήμερα βιώνουμε κάτι καινούργιο, καθώς η απροθυμία δεν χαρακτήρισε σε καμία περίπτωση τον τρόπο με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες διαχειρίστηκαν τις συνέπειες της κρίσης της Lehman Brothers το 2008.
Τότε, τεράστιες ποσότητες ρευστότητας σε δολάρια διοχετεύθηκαν μέσω ενός δικτύου μηχανισμών δανεισμού με εξασφαλίσεις προς τις παγκόσμιες τράπεζες, ιδιαίτερα τις ευρωπαϊκές, οι οποίες είχαν αποκτήσει πολύ μεγάλη εξάρτηση από τη χρηματοδότηση σε δολάρια.
Παράλληλα, το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της Federal Reserve παρείχε άμεση και τεράστια στήριξη στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα: περισσότερα από τα μισά στεγαστικά ομόλογα (mortgage-backed securities) που αγόρασε η Fed προέρχονταν από ξένες εταιρείες.
Επιπλέον, δεκατέσσερις κεντρικές τράπεζες είχαν πρόσβαση σε σημαντικές ποσότητες ρευστότητας σε δολάρια μέσω των γραμμών ανταλλαγής νομισμάτων (currency swap lines) της Fed.
Μέχρι το καλοκαίρι του 2010, η Fed είχε διοχετεύσει συνολικά 10 τρισεκατομμύρια δολάρια, με διαφορετικές διάρκειες.
Φυσικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες έδρασαν προς όφελος και του δικού τους συμφέροντος.
Αν η Fed δεν είχε παράσχει αυτήν τη ρευστότητα, οι ευρωπαϊκές τράπεζες και οι παγκόσμιοι διαχειριστές κεφαλαίων θα είχαν αναγκαστεί να ξεπουλήσουν τα χαρτοφυλάκια τους σε δολάρια σε εξευτελιστικές τιμές.
Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα της αμερικανικής διαχείρισης της κρίσης ήταν απολύτως εμφανής.
Και η αξιοπιστία των ΗΠΑ ανταμείφθηκε με σημαντικές εισροές κεφαλαίων στην αγορά αμερικανικών ομολόγων, καθώς αυτά θεωρήθηκαν «ασφαλές καταφύγιο»: μέσα στους 12 μήνες μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, οι ξένοι επενδυτές αγόρασαν αμερικανικά κρατικά ομόλογα αξίας σχεδόν 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων.
Μια κρίση επί Trump
Μια χρηματοπιστωτική κρίση επί προεδρίας Trump, εφόσον συμβεί, θα εκτυλιχθεί υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες.
Τρία προβλήματα ξεχωρίζουν.
Το πρώτο είναι ότι μια κυβέρνηση Trump, γνωστή για την έντονα συναλλακτική προσέγγισή της, θα μπορούσε να αποδειχθεί εξαιρετικά επιλεκτική ως προς το ποιον θα στηρίξει παρέχοντας ρευστότητα.
Έχουμε ήδη δει αυτή την επιλεκτικότητα στην πράξη.
Τον Οκτώβριο του περασμένου έτους, η αμερικανική κυβέρνηση παρείχε μια γραμμή ανταλλαγής νομισμάτων ύψους 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην κεντρική τράπεζα της Αργεντινής, σε μια προσπάθεια να σταθεροποιήσει το πέσο ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, οι οποίες θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την πολιτική ισχύ του προέδρου Milei.
Νωρίτερα φέτος, συζητήθηκε επίσης η πιθανότητα δημιουργίας μιας αντίστοιχης γραμμής ανταλλαγής για την κεντρική τράπεζα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Πρόκειται για μια παράδοξη πιθανότητα — όχι τόσο επειδή τα ΗΑΕ αποτελούν βασικό σύμμαχο των ΗΠΑ, αλλά κυρίως επειδή πρόκειται για μια χώρα με εξαιρετικά υψηλή ρευστότητα σε δολάρια, παρά τον πόλεμο με το Ιράν.
Το δεύτερο πρόβλημα είναι η αυξανόμενη δυνατότητα της αγοράς να αμφισβητήσει το καθεστώς των αμερικανικών κρατικών ομολόγων ως «ασφαλούς καταφυγίου».
Τις τελευταίες εβδομάδες, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Scott Bessent, έχει αποκαλύψει δύο φορές την απροθυμία του να αφήσει την αγορά να καθορίσει ελεύθερα την τιμή του αμερικανικού χρέους.
Η πρώτη περίπτωση αφορούσε την προσπάθειά του να στηρίξει το ιαπωνικό γεν, με τρόπο που σαφώς αποσκοπούσε στο να αποτρέψει την Ιαπωνία από το να πουλήσει μέρος των αμερικανικών κρατικών ομολόγων, συνολικής αξίας περίπου 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων, που διαθέτει.
Αντί γι’ αυτό, ουσιαστικά κατεύθυνε την Ιαπωνία να χρησιμοποιήσει τα ομόλογά της ως εξασφάλιση για να δανειστεί τα χρήματα που χρειαζόταν, προκειμένου να χρηματοδοτήσει την παρέμβασή της στην αγορά συναλλάγματος.
Και η πιο πρόσφατη ανακοίνωση του Bessent για την αύξηση των επαναγορών αμερικανικού κρατικού χρέους φαίνεται επίσης να υποκινείται από τον φόβο ότι, αν αφεθεί ελεύθερη, η αγορά θα μπορούσε να επιβάλει στην Ουάσιγκτον επιτόκια για το δημόσιο χρέος που θα έφερναν την κυβέρνηση σε δύσκολη θέση.
Τέτοιου είδους παρεμβάσεις δεν συνάδουν καθόλου με την πλήρη και ανεμπόδιστη διαμόρφωση των τιμών από την αγορά, το λεγόμενο «price discovery», που θα έπρεπε να αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό μιας αξιόπιστης αγοράς αμερικανικών κρατικών ομολόγων.
Το υψηλό επίπεδο του δολαρίου
Το τρίτο, και συναφές, πρόβλημα αφορά το υψηλό επίπεδο του δολαρίου.
Τα τελευταία 15 χρόνια έχουν σημειωθεί τεράστιες εισροές κεφαλαίων προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, για λόγους τόσο θετικούς, όπως η παγκόσμια τεχνολογική υπεροχή των ΗΠΑ, όσο και αρνητικούς, όπως τα παράλογα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα.
Κατά την ίδια περίοδο, η αξία των αμερικανικών τίτλων που ανήκουν σε ξένους επενδυτές αυξήθηκε από περίπου 12 τρισεκατομμύρια σε περισσότερα από 37 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Ως αποτέλεσμα όλων αυτών των εισροών κεφαλαίων, το δολάριο, σε όρους πραγματικής, δηλαδή προσαρμοσμένης στον πληθωρισμό, και σταθμισμένης με βάση το εμπόριο συναλλαγματικής ισοτιμίας, βρίσκεται σχεδόν στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 30 ετών.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι μια κρίση στις ΗΠΑ είναι πολύ πιθανό να συνοδευτεί από εκροή κεφαλαίων και όχι από εισροή.
Ως αποτέλεσμα, το δολάριο θα μπορούσε να υποχωρήσει σημαντικά έναντι άλλων νομισμάτων.
Αυτό θα ήταν εντελώς διαφορετικό από ό,τι συνέβη μετά την κρίση του 2008, όταν το δολάριο ενισχύθηκε.
Μια τέτοια εξέλιξη, ωστόσο, ενδέχεται να ικανοποιούσε τον πρόεδρο Trump, ο οποίος έχει επανειλημμένα εκφράσει την προτίμησή του για ένα ασθενέστερο και όχι ισχυρότερο δολάριο.
Όπως το έθεσε τον Ιούλιο του 2025, ένα ισχυρό δολάριο σημαίνει ότι «δεν μπορείς να πουλήσεις τρακτέρ, δεν μπορείς να πουλήσεις φορτηγά, δεν μπορείς να πουλήσεις τίποτα».
Ένα περιβάλλον κρίσης θα μπορούσε κάλλιστα να ενισχύσει αυτή την άποψη.
Όπως ακριβώς η Μεγάλη Βρετανία δημιούργησε το 1932 τον Exchange Equalisation Account, προκειμένου να διατηρήσει χαμηλή την αξία της στερλίνας μετά την έξοδό της από τον κανόνα του χρυσού τον προηγούμενο Σεπτέμβριο, είναι απολύτως πιθανό η κυβέρνηση Trump να ενδιαφερόταν περισσότερο να διατηρήσει το δολάριο αδύναμο παρά να ενισχύσει τον ρόλο του ως παγκόσμιου πυλώνα σταθερότητας.
Η άνοδος της Κίνας
Και τι γίνεται με την ανερχόμενη ηγεμονική δύναμη, την Κίνα;
Οι τελευταίες προτάσεις του Πεκίνου για την παγκόσμια διακυβέρνηση, που δημοσιεύθηκαν τον Ιούνιο, δείχνουν πράγματι μια αυξανόμενη διάθεση της Κίνας να διαμορφώσει τη διεθνή τάξη.
Η Κίνα μπορεί να είναι πρόθυμη, αλλά εξακολουθεί να μην είναι σε θέση να λειτουργήσει ως χρηματοπιστωτικός σταθεροποιητής: το renminbi (γιουάν) παραμένει ένα σχετικά ασήμαντο νόμισμα στο διεθνές νομισματικό σύστημα.
Συνολικά, λοιπόν, ο κίνδυνος που αντιμετωπίζει ο κόσμος στην επόμενη χρηματοπιστωτική κρίση είναι μια «αντίστροφη παγίδα του Kindleberger»: μια κατάσταση στην οποία η κυρίαρχη δύναμη είναι εκείνη που δεν είναι διατεθειμένη να αναλάβει έναν υπεύθυνο ρόλο στη διαχείριση της κρίσης, ενώ η ανερχόμενη δύναμη είναι εκείνη που δεν έχει ακόμη τη δυνατότητα να το πράξει.
Κανείς δεν θα έπρεπε να εύχεται να επισπευσθεί η επόμενη χρηματοπιστωτική κρίση, δεδομένης της οικονομικής αποδιοργάνωσης και της φτώχειας που αναπόφευκτα θα τη συνοδεύσουν.
Όμως η προοπτική μιας «αντίστροφης παγίδας του Kindleberger» θα πρέπει να μας κάνει όλους να φοβόμαστε ακόμη περισσότερο την επόμενη κρίση, καταλήγει το Chatham House.
www.bankingnews.gr
Και πράγματι, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις οξύνονται και οι αγορές χάνουν τους μηχανισμούς προστασίας τους, το διεθνές σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο με το φάσμα μιας ανεξέλεγκτης κατάρρευσης.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το γνωστό think tank, ανησυχητικό χαρακτηριστικό της επόμενης μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης είναι ότι ενδέχεται να μην υπάρχει μια κυρίαρχη δύναμη, ικανή και πρόθυμη να σταθεροποιήσει τη διεθνή οικονομική τάξη.
Αυτό θα ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, και το συμπέρασμα του αείμνηστου οικονομικού ιστορικού Charles Kindleberger, ο οποίος υποστήριζε ότι η διάρκεια και το βάθος της Μεγάλης Ύφεσης της δεκαετίας του 1930 οφείλονταν στην αποτυχία είτε της Μεγάλης Βρετανίας είτε των Ηνωμένων Πολιτειών να λειτουργήσουν ως υπεύθυνος ηγεμόνας της παγκόσμιας οικονομίας.
Κατά τον Kindleberger, η αποδυναμωμένη Μεγάλη Βρετανία, ως η παρακμάζουσα ηγεμονική δύναμη, δεν ήταν πλέον σε θέση να προσφέρει ηγεσία, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες, ως ανερχόμενη δύναμη, δεν ήταν διατεθειμένες να το κάνουν.
Από αυτή την αντίφαση προέκυψε η ομώνυμη «παγίδα του Kindleberger».
Έτσι, ο κόσμος βρέθηκε χωρίς ένα ανοιχτό σύστημα διεθνούς εμπορίου, χωρίς αξιόπιστο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών και χωρίς έναν αξιόπιστο διεθνή δανειστή έσχατης ανάγκης.
«Όταν κάθε χώρα στράφηκε στην προστασία του εθνικού της ιδιωτικού συμφέροντος, το παγκόσμιο δημόσιο συμφέρον πήγε περίπατο — και μαζί του και τα ιδιωτικά συμφέροντα όλων.»
Σήμερα, όμως, η νέα «παγίδα του Kindleberger» είναι κάπως διαφορετική από την αρχική.
Ο κίνδυνος πλέον δεν προέρχεται τόσο από την απροθυμία της ανερχόμενης ηγεμονικής δύναμης, του Πεκίνου, να συμβάλει στη σταθεροποίηση του συστήματος, όσο από την απροθυμία της υφιστάμενης ηγεμονικής δύναμης, της Ουάσιγκτον.
Μια «αντίστροφη παγίδα του Kindleberger», αν θέλετε.
Η κρίση του 2008
Σύμφωνα με το Chatham House, σήμερα βιώνουμε κάτι καινούργιο, καθώς η απροθυμία δεν χαρακτήρισε σε καμία περίπτωση τον τρόπο με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες διαχειρίστηκαν τις συνέπειες της κρίσης της Lehman Brothers το 2008.
Τότε, τεράστιες ποσότητες ρευστότητας σε δολάρια διοχετεύθηκαν μέσω ενός δικτύου μηχανισμών δανεισμού με εξασφαλίσεις προς τις παγκόσμιες τράπεζες, ιδιαίτερα τις ευρωπαϊκές, οι οποίες είχαν αποκτήσει πολύ μεγάλη εξάρτηση από τη χρηματοδότηση σε δολάρια.
Παράλληλα, το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της Federal Reserve παρείχε άμεση και τεράστια στήριξη στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα: περισσότερα από τα μισά στεγαστικά ομόλογα (mortgage-backed securities) που αγόρασε η Fed προέρχονταν από ξένες εταιρείες.
Επιπλέον, δεκατέσσερις κεντρικές τράπεζες είχαν πρόσβαση σε σημαντικές ποσότητες ρευστότητας σε δολάρια μέσω των γραμμών ανταλλαγής νομισμάτων (currency swap lines) της Fed.
Μέχρι το καλοκαίρι του 2010, η Fed είχε διοχετεύσει συνολικά 10 τρισεκατομμύρια δολάρια, με διαφορετικές διάρκειες.
Φυσικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες έδρασαν προς όφελος και του δικού τους συμφέροντος.
Αν η Fed δεν είχε παράσχει αυτήν τη ρευστότητα, οι ευρωπαϊκές τράπεζες και οι παγκόσμιοι διαχειριστές κεφαλαίων θα είχαν αναγκαστεί να ξεπουλήσουν τα χαρτοφυλάκια τους σε δολάρια σε εξευτελιστικές τιμές.
Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα της αμερικανικής διαχείρισης της κρίσης ήταν απολύτως εμφανής.
Και η αξιοπιστία των ΗΠΑ ανταμείφθηκε με σημαντικές εισροές κεφαλαίων στην αγορά αμερικανικών ομολόγων, καθώς αυτά θεωρήθηκαν «ασφαλές καταφύγιο»: μέσα στους 12 μήνες μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, οι ξένοι επενδυτές αγόρασαν αμερικανικά κρατικά ομόλογα αξίας σχεδόν 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων.
Μια κρίση επί Trump
Μια χρηματοπιστωτική κρίση επί προεδρίας Trump, εφόσον συμβεί, θα εκτυλιχθεί υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες.
Τρία προβλήματα ξεχωρίζουν.
Το πρώτο είναι ότι μια κυβέρνηση Trump, γνωστή για την έντονα συναλλακτική προσέγγισή της, θα μπορούσε να αποδειχθεί εξαιρετικά επιλεκτική ως προς το ποιον θα στηρίξει παρέχοντας ρευστότητα.
Έχουμε ήδη δει αυτή την επιλεκτικότητα στην πράξη.
Τον Οκτώβριο του περασμένου έτους, η αμερικανική κυβέρνηση παρείχε μια γραμμή ανταλλαγής νομισμάτων ύψους 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην κεντρική τράπεζα της Αργεντινής, σε μια προσπάθεια να σταθεροποιήσει το πέσο ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, οι οποίες θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την πολιτική ισχύ του προέδρου Milei.
Νωρίτερα φέτος, συζητήθηκε επίσης η πιθανότητα δημιουργίας μιας αντίστοιχης γραμμής ανταλλαγής για την κεντρική τράπεζα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Πρόκειται για μια παράδοξη πιθανότητα — όχι τόσο επειδή τα ΗΑΕ αποτελούν βασικό σύμμαχο των ΗΠΑ, αλλά κυρίως επειδή πρόκειται για μια χώρα με εξαιρετικά υψηλή ρευστότητα σε δολάρια, παρά τον πόλεμο με το Ιράν.
Το δεύτερο πρόβλημα είναι η αυξανόμενη δυνατότητα της αγοράς να αμφισβητήσει το καθεστώς των αμερικανικών κρατικών ομολόγων ως «ασφαλούς καταφυγίου».
Τις τελευταίες εβδομάδες, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Scott Bessent, έχει αποκαλύψει δύο φορές την απροθυμία του να αφήσει την αγορά να καθορίσει ελεύθερα την τιμή του αμερικανικού χρέους.
Η πρώτη περίπτωση αφορούσε την προσπάθειά του να στηρίξει το ιαπωνικό γεν, με τρόπο που σαφώς αποσκοπούσε στο να αποτρέψει την Ιαπωνία από το να πουλήσει μέρος των αμερικανικών κρατικών ομολόγων, συνολικής αξίας περίπου 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων, που διαθέτει.
Αντί γι’ αυτό, ουσιαστικά κατεύθυνε την Ιαπωνία να χρησιμοποιήσει τα ομόλογά της ως εξασφάλιση για να δανειστεί τα χρήματα που χρειαζόταν, προκειμένου να χρηματοδοτήσει την παρέμβασή της στην αγορά συναλλάγματος.
Και η πιο πρόσφατη ανακοίνωση του Bessent για την αύξηση των επαναγορών αμερικανικού κρατικού χρέους φαίνεται επίσης να υποκινείται από τον φόβο ότι, αν αφεθεί ελεύθερη, η αγορά θα μπορούσε να επιβάλει στην Ουάσιγκτον επιτόκια για το δημόσιο χρέος που θα έφερναν την κυβέρνηση σε δύσκολη θέση.
Τέτοιου είδους παρεμβάσεις δεν συνάδουν καθόλου με την πλήρη και ανεμπόδιστη διαμόρφωση των τιμών από την αγορά, το λεγόμενο «price discovery», που θα έπρεπε να αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό μιας αξιόπιστης αγοράς αμερικανικών κρατικών ομολόγων.
Το υψηλό επίπεδο του δολαρίου
Το τρίτο, και συναφές, πρόβλημα αφορά το υψηλό επίπεδο του δολαρίου.
Τα τελευταία 15 χρόνια έχουν σημειωθεί τεράστιες εισροές κεφαλαίων προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, για λόγους τόσο θετικούς, όπως η παγκόσμια τεχνολογική υπεροχή των ΗΠΑ, όσο και αρνητικούς, όπως τα παράλογα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα.
Κατά την ίδια περίοδο, η αξία των αμερικανικών τίτλων που ανήκουν σε ξένους επενδυτές αυξήθηκε από περίπου 12 τρισεκατομμύρια σε περισσότερα από 37 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Ως αποτέλεσμα όλων αυτών των εισροών κεφαλαίων, το δολάριο, σε όρους πραγματικής, δηλαδή προσαρμοσμένης στον πληθωρισμό, και σταθμισμένης με βάση το εμπόριο συναλλαγματικής ισοτιμίας, βρίσκεται σχεδόν στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 30 ετών.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι μια κρίση στις ΗΠΑ είναι πολύ πιθανό να συνοδευτεί από εκροή κεφαλαίων και όχι από εισροή.
Ως αποτέλεσμα, το δολάριο θα μπορούσε να υποχωρήσει σημαντικά έναντι άλλων νομισμάτων.
Αυτό θα ήταν εντελώς διαφορετικό από ό,τι συνέβη μετά την κρίση του 2008, όταν το δολάριο ενισχύθηκε.
Μια τέτοια εξέλιξη, ωστόσο, ενδέχεται να ικανοποιούσε τον πρόεδρο Trump, ο οποίος έχει επανειλημμένα εκφράσει την προτίμησή του για ένα ασθενέστερο και όχι ισχυρότερο δολάριο.
Όπως το έθεσε τον Ιούλιο του 2025, ένα ισχυρό δολάριο σημαίνει ότι «δεν μπορείς να πουλήσεις τρακτέρ, δεν μπορείς να πουλήσεις φορτηγά, δεν μπορείς να πουλήσεις τίποτα».
Ένα περιβάλλον κρίσης θα μπορούσε κάλλιστα να ενισχύσει αυτή την άποψη.
Όπως ακριβώς η Μεγάλη Βρετανία δημιούργησε το 1932 τον Exchange Equalisation Account, προκειμένου να διατηρήσει χαμηλή την αξία της στερλίνας μετά την έξοδό της από τον κανόνα του χρυσού τον προηγούμενο Σεπτέμβριο, είναι απολύτως πιθανό η κυβέρνηση Trump να ενδιαφερόταν περισσότερο να διατηρήσει το δολάριο αδύναμο παρά να ενισχύσει τον ρόλο του ως παγκόσμιου πυλώνα σταθερότητας.
Η άνοδος της Κίνας
Και τι γίνεται με την ανερχόμενη ηγεμονική δύναμη, την Κίνα;
Οι τελευταίες προτάσεις του Πεκίνου για την παγκόσμια διακυβέρνηση, που δημοσιεύθηκαν τον Ιούνιο, δείχνουν πράγματι μια αυξανόμενη διάθεση της Κίνας να διαμορφώσει τη διεθνή τάξη.
Η Κίνα μπορεί να είναι πρόθυμη, αλλά εξακολουθεί να μην είναι σε θέση να λειτουργήσει ως χρηματοπιστωτικός σταθεροποιητής: το renminbi (γιουάν) παραμένει ένα σχετικά ασήμαντο νόμισμα στο διεθνές νομισματικό σύστημα.
Συνολικά, λοιπόν, ο κίνδυνος που αντιμετωπίζει ο κόσμος στην επόμενη χρηματοπιστωτική κρίση είναι μια «αντίστροφη παγίδα του Kindleberger»: μια κατάσταση στην οποία η κυρίαρχη δύναμη είναι εκείνη που δεν είναι διατεθειμένη να αναλάβει έναν υπεύθυνο ρόλο στη διαχείριση της κρίσης, ενώ η ανερχόμενη δύναμη είναι εκείνη που δεν έχει ακόμη τη δυνατότητα να το πράξει.
Κανείς δεν θα έπρεπε να εύχεται να επισπευσθεί η επόμενη χρηματοπιστωτική κρίση, δεδομένης της οικονομικής αποδιοργάνωσης και της φτώχειας που αναπόφευκτα θα τη συνοδεύσουν.
Όμως η προοπτική μιας «αντίστροφης παγίδας του Kindleberger» θα πρέπει να μας κάνει όλους να φοβόμαστε ακόμη περισσότερο την επόμενη κρίση, καταλήγει το Chatham House.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών