Τελευταία Νέα
Αναλύσεις – Εκθέσεις

Κόλαφος η Moody’s για τις ελληνικές τράπεζες: Στα 1,7 δισ. τα «κόκκινα» δάνεια... πέρασαν στην επικίνδυνη ζώνη

Κόλαφος η Moody’s για τις ελληνικές τράπεζες: Στα 1,7 δισ. τα «κόκκινα» δάνεια... πέρασαν στην επικίνδυνη ζώνη
Τα «κόκκινα» δάνεια επιστρέφουν, οι αναβαλλόμενοι φόροι απειλούν τα κεφάλαια και ο εφιάλτης των κυβερνοεπιθέσεων μεγαλώνει
Οι ελληνικές τράπεζες μπορεί να εμφανίζουν ισχυρή κερδοφορία, επαρκή κεφάλαια και υψηλή ρευστότητα, ωστόσο οι κίνδυνοι δεν έχουν εξαφανιστεί.
Αντιθέτως, η Moody’s προειδοποιεί ότι τέσσερις εστίες αβεβαιότητας θα μπορούσαν να δοκιμάσουν τις αντοχές του κλάδου.
Η νέα αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η μεγάλη εξάρτηση των κεφαλαίων από τις αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις, οι ολοένα πιο εξελιγμένες κυβερνοεπιθέσεις και το επιβαρυμένο γεωπολιτικό και μακροοικονομικό περιβάλλον, είναι οι μεγάλες προκλήσεις.
Στην έκθεση χρηματοπιστωτικής σταθερότητας που δημοσίευσε στις 22 Οκτωβρίου 2026, η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει αυτές τις αναδυόμενες απειλές.
Η Moody’s εκτιμά ότι, προς το παρόν, οι κίνδυνοι παραμένουν διαχειρίσιμοι για τις ελληνικές τράπεζες που αξιολογεί, οι οποίες αντιπροσωπεύουν περίπου το 93% του τραπεζικού συστήματος.
Ωστόσο, η προειδοποίηση έχει σαφές περιεχόμενο: μια απότομη αύξηση των νέων «κόκκινων» δανείων, ιδίως εάν συνδυαστεί με ένα εξωτερικό οικονομικό σοκ, θα μπορούσε να δοκιμάσει σοβαρά τα κεφαλαιακά αποθέματα των τραπεζών και να αναγκάσει τον οίκο να επανεξετάσει την πιστοληπτική του αξιολόγηση.

Το καμπανάκι για τα «κόκκινα» δάνεια – 1,7 δισ. ευρώ πέρασαν στην κόκκινη ζώνη

Η αναζωπύρωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εστίες ανησυχίας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η Moody’s, κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 περίπου 1,7 δισ. ευρώ δανείων που εξυπηρετούνταν κανονικά πέρασαν στην κατηγορία των μη εξυπηρετούμενων.
Την ίδια περίοδο, μόλις 388 εκατ. ευρώ από δάνεια που είχαν χαρακτηριστεί μη εξυπηρετούμενα επέστρεψαν σε καθεστώς κανονικής εξυπηρέτησης.
Το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων αυξήθηκε κατά 9,3% στο εξάμηνο, κυρίως λόγω της καθαρής εισροής νέων προβληματικών δανείων.
Ο δείκτης NPL παρέμεινε, πάντως, σχεδόν σταθερός στο 3,4% τον Ιούνιο του 2026, έναντι 3,3% τον Δεκέμβριο του 2025.
Η πίεση εντοπίζεται κυρίως στις πολύ μικρές επιχειρήσεις και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ).
Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων διαμορφώνεται στο 11,2% για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις και στο 4,6% για τις ΜμΕ, όταν στις μεγάλες επιχειρήσεις περιορίζεται μόλις στο 0,9%.
Την ίδια στιγμή, μετά από δύο αυξήσεις επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), το μέσο επιτόκιο των νέων δανείων προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις αυξήθηκε κατά 84 μονάδες βάσης, στο 4,5% στα τέλη Αυγούστου 2026.
Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να επιβαρύνει τους πιο αδύναμους δανειολήπτες, ιδιαίτερα μετά την περίοδο ισχυρής πιστωτικής επέκτασης προς τις επιχειρήσεις.

Αναβαλλόμενος φόρος: Το 36% των κεφαλαίων παραμένει «δεμένο» με τις DTCs

Δεύτερο κρίσιμο μέτωπο αποτελεί η ποιότητα των τραπεζικών κεφαλαίων και ειδικότερα η συμμετοχή των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων (Deferred Tax Credits – DTCs).
Σύμφωνα με τη Moody’s, οι DTCs αντιστοιχούσαν στο 36% των κεφαλαίων κοινών μετοχών της κατηγορίας CET1 τον Ιούνιο του 2026.
Το ποσοστό έχει υποχωρήσει από περίπου 40% στα τέλη του 2025, καθώς οι τράπεζες επιτάχυναν τη διαδικασία απόσβεσής τους, ωστόσο εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ποιότητα των κεφαλαίων τους.
Η εξάρτηση από τις αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις περιορίζει την ποιότητα της κεφαλαιακής βάσης σε σύγκριση με κεφάλαια που προέρχονται αποκλειστικά από την οργανική κερδοφορία και την πλήρη ενίσχυση των ιδίων κεφαλαίων.
Επιπλέον, από την 1η Οκτωβρίου 2026 εφαρμόζεται αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας 0,5%, αυξάνοντας περαιτέρω τις κεφαλαιακές απαιτήσεις.
Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι η μελλοντική κεφαλαιακή επάρκεια θα εξαρτηθεί από την πιστωτική επέκταση, την ποιότητα του ενεργητικού, την εσωτερική δημιουργία κεφαλαίων και την πολιτική διανομής μερισμάτων, σε συνδυασμό με την ταχύτερη απόσβεση των DTCs.

Κυβερνοεπιθέσεις με τεχνητή νοημοσύνη – Νέος πονοκέφαλος για τις τράπεζες

Ο τρίτος κίνδυνος αφορά την κυβερνοασφάλεια και τη λειτουργική ανθεκτικότητα του τραπεζικού συστήματος.
Η Moody’s προειδοποιεί ότι οι κυβερνοεπιθέσεις γίνονται ολοένα πιο εξελιγμένες, καθώς αξιοποιούν και εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης.
Παράλληλα, η αυξανόμενη εξάρτηση των τραπεζών από τρίτους παρόχους τεχνολογίας καθιστά αναγκαία την ενίσχυση των συστημάτων ψηφιακής προστασίας.
Οι γεωπολιτικές εντάσεις αυξάνουν, επίσης, τον κίνδυνο στοχευμένων επιθέσεων κατά χρηματοπιστωτικών υποδομών.
Στην ίδια κατεύθυνση, ενισχύονται οι απάτες μέσω κοινωνικής μηχανικής, καθώς και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ίδιοι οι πελάτες εγκρίνουν, υπό παραπλανητικές συνθήκες, μεταφορές χρημάτων προς απατεώνες.
Η διάδοση των άμεσων πληρωμών δυσχεραίνει την ανάκτηση των χρημάτων μετά την ολοκλήρωση μιας παράνομης συναλλαγής.
Ένα σοβαρό περιστατικό κυβερνοασφάλειας θα μπορούσε να προκαλέσει άμεσες οικονομικές απώλειες, αλλά και σημαντική ζημιά στη φήμη μιας τράπεζας.

Γεωπολιτική, ενέργεια και πληθωρισμός απειλούν την ποιότητα των δανείων

Τέταρτη εστία κινδύνου είναι η επιδείνωση του διεθνούς περιβάλλοντος.
Οι συνεχιζόμενες γεωπολιτικές εντάσεις και οι υψηλότερες τιμές ενέργειας μπορούν να εντείνουν τις πληθωριστικές πιέσεις, να διαταράξουν το εμπόριο και να προκαλέσουν προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Παρατεταμένη αβεβαιότητα ενδέχεται, παράλληλα, να περιορίσει τις άμεσες ξένες επενδύσεις και να καθυστερήσει τις επιχειρηματικές αποφάσεις.
Οι επιπτώσεις αυτές θα μπορούσαν να πιέσουν τις ταμειακές ροές των επιχειρήσεων, να περιορίσουν τη ζήτηση για δάνεια και να επιβαρύνουν τόσο την ποιότητα του ενεργητικού όσο και την κερδοφορία των τραπεζών.

Ισχυρή κερδοφορία, αλλά με κεφαλαιακές προκλήσεις

Παρά τις προειδοποιήσεις, τα βασικά οικονομικά μεγέθη των ελληνικών τραπεζών παραμένουν ισχυρά.
Το πρώτο εξάμηνο του 2026, οι τράπεζες κατέγραψαν απόδοση ενεργητικού (ROA) 1,3% και απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROE) 12,1%.
Ο δείκτης κόστους προς έσοδα διαμορφώθηκε στο 37,8%, σημαντικά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 54,6%.
Ο δείκτης κεφαλαίων κοινών μετοχών CET1 διαμορφώθηκε σε ενοποιημένη βάση περίπου στο 14,8% τον Ιούνιο του 2026, έναντι 16% για τις τράπεζες της ΕΕ που εποπτεύονται από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM).
Παράλληλα, η ποιότητα του ενεργητικού παρέμεινε σε σχετικά ισχυρά επίπεδα, με τον δείκτη NPL στο 3,4%.
Ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις διαμορφώθηκε στο 63,5%, περίπου 40 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από τον μέσο όρο των τραπεζών που εποπτεύονται από τον SSM.
Τα στοιχεία αυτά, σύμφωνα με τη Moody’s, προσφέρουν στις ελληνικές τράπεζες σημαντικά περιθώρια απορρόφησης ζημιών και προστασίας της πιστοληπτικής τους εικόνας.

Ένα εξωτερικό σοκ μπορεί να αλλάξει τις ισορροπίες

Η Moody’s εκτιμά ότι οι τέσσερις βασικοί κίνδυνοι δεν μεταβάλλουν, στο παρόν στάδιο, την αξιολόγησή της για τα πιστωτικά προφίλ των τραπεζών που καλύπτει.
Το βασικό σενάριο της Moody’s για τις τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες δεν προβλέπει σημαντική μεταβολή των συγκεκριμένων κινδύνων στους επόμενους 12 έως 18 μήνες.
Ωστόσο, ο οίκος ξεκαθαρίζει ότι η εξέλιξη θα εξαρτηθεί από τη σοβαρότητα των πιέσεων.
Μια εντονότερη αύξηση των νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων, ιδίως σε συνδυασμό με ένα εξωτερικό σοκ, θα μπορούσε να ανατρέψει μέρος της προόδου που έχει επιτευχθεί τα προηγούμενα χρόνια στην ποιότητα του ενεργητικού και να επιβραδύνει τη δημιουργία κεφαλαίων.
Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η Moody’s θα επανεξέταζε τις αξιολογήσεις και τις προοπτικές των τραπεζών.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης