Τελευταία Νέα
Διεθνή

Στο στόχαστρο τα διυλιστήρια παγκοσμίως – Ενεργειακός εφιάλτης με ελλείψεις καυσίμων, νέες επιθέσεις και πετρέλαιο σε τροχιά ανόδου

Στο στόχαστρο τα διυλιστήρια παγκοσμίως – Ενεργειακός εφιάλτης με ελλείψεις καυσίμων, νέες επιθέσεις και πετρέλαιο σε τροχιά ανόδου
Η παγκόσμια κρίση διύλισης επιδεινώνεται, καθώς οι πολεμικές ζημιές σε διυλιστήρια της Μέσης Ανατολής και οι επιθέσεις ουκρανικών drones σε ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις περιορίζουν δραστικά την προσφορά καυσίμων
Μια νέα, ιδιαίτερα επικίνδυνη διάσταση αποκτά η παγκόσμια ενεργειακή κρίση, καθώς τα διυλιστήρια μετατρέπονται πλέον σε βασικούς στρατηγικούς στόχους των πολεμικών συγκρούσεων, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η δυνατότητα παραγωγής και διάθεσης καυσίμων στις διεθνείς αγορές.
Οι ζημιές στις ενεργειακές εγκαταστάσεις της Μέσης Ανατολής από τις πολεμικές επιχειρήσεις μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν, σε συνδυασμό με τις συνεχείς επιθέσεις ουκρανικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones) σε ρωσικά διυλιστήρια, δημιουργούν ένα ασφυκτικό περιβάλλον για την παγκόσμια προσφορά πετρελαϊκών προϊόντων.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται πλέον στην επάρκεια αργού πετρελαίου, αλλά επεκτείνεται κυρίως στη δυνατότητα επεξεργασίας του και μετατροπής του σε diesel, βενζίνη και άλλα καύσιμα που είναι απαραίτητα για τη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο παρατεταμένων ελλείψεων, με τις τιμές των καυσίμων να παραμένουν αυξημένες ακόμη και μέσα στο 2027.

Από την επέκταση στη συρρίκνωση: Τα διυλιστήρια της Μέσης Ανατολής γίνονται πολεμικοί στόχοι

Πριν από περίπου δέκα χρόνια, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες προχωρούσαν στο κλείσιμο διυλιστηρίων, την ώρα που τα πετρελαιοπαραγωγά κράτη του Περσικού Κόλπου επένδυαν στην κατασκευή νέων και μεγαλύτερων εγκαταστάσεων διύλισης.
Σήμερα, η εικόνα έχει αντιστραφεί δραματικά.
Πολλά από τα διυλιστήρια που δημιουργήθηκαν στην περιοχή του Κόλπου έχουν υποστεί ζημιές εξαιτίας του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν, με αποτέλεσμα η παραγωγή καυσίμων από μία από τις σημαντικότερες περιοχές διύλισης παγκοσμίως να μην αναμένεται να αποκατασταθεί σύντομα.
Παράλληλα, ούτε η Ρωσία, ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς καυσίμων διεθνώς, έχει καταφέρει να επαναφέρει πλήρως την παραγωγική δυναμικότητα των διυλιστηρίων της.
Ο γενικός διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), Fatih Birol, προειδοποίησε νωρίτερα αυτή την εβδομάδα ότι οι τιμές του αργού πετρελαίου και του φυσικού αερίου θα παραμείνουν αυξημένες και το επόμενο έτος, επισημαίνοντας ότι οι τιμές των διυλισμένων προϊόντων είναι ακόμη υψηλότερες.
Η διαφορά είναι κρίσιμη.
Οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες μπορούν να αναζητήσουν εναλλακτικές διαδρομές μεταφοράς αργού πετρελαίου, προκειμένου να παρακάμψουν προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Ωστόσο, όταν ένα διυλιστήριο καταστρέφεται ή τίθεται εκτός λειτουργίας, η παραγωγική του δυναμικότητα δεν μπορεί να αντικατασταθεί απλώς με διαφορετικές διαδρομές μεταφοράς.
Το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο η μεταφορά του πετρελαίου, αλλά η απουσία των ίδιων των εγκαταστάσεων που μπορούν να το επεξεργαστούν.

Στο στόχαστρο και το σαουδαραβικό διυλιστήριο Ras Tanura

Νέα ανησυχία προκαλεί η ανακοίνωση των ανταρτών Houthi της Υεμένης ότι ανέλαβαν την ευθύνη για την τελευταία επίθεση εναντίον ενεργειακής υποδομής της Σαουδικής Αραβίας, με στόχο το διυλιστήριο Ras Tanura.
Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες εγκαταστάσεις διύλισης της χώρας, με παραγωγική δυναμικότητα περίπου 550.000 βαρελιών ημερησίως.
Μέχρι στιγμής, οι σαουδαραβικές αρχές δεν έχουν επιβεβαιώσει ότι το συγκεκριμένο διυλιστήριο επλήγη.
Ωστόσο, οι Houthi έχουν επανειλημμένα στοχοποιήσει ενεργειακές υποδομές της Saudi Aramco, προσθέτοντας έναν ακόμη παράγοντα κινδύνου για την ενεργειακή ασφάλεια της περιοχής.
Οι εξελίξεις αυτές έρχονται να προστεθούν στις ζημιές που έχουν ήδη υποστεί διυλιστήρια σε κράτη του Περσικού Κόλπου από τα ιρανικά αντίποινα, μετά τις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις νωρίτερα μέσα στο έτος.
Η Τεχεράνη έχει προειδοποιήσει επανειλημμένα τις γειτονικές χώρες του Κόλπου ότι ενδέχεται να αποτελέσουν στόχους, καθώς φιλοξενούν αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις.
Υπό αυτές τις συνθήκες, τα διυλιστήρια αποτελούν προφανείς στρατηγικούς στόχους, καθώς η καταστροφή ή η προσωρινή αδρανοποίησή τους μπορεί να προκαλέσει δυσανάλογα μεγάλες επιπτώσεις στην αγορά καυσίμων.

Ουκρανικά drones έχουν πλήξει 30 ρωσικά διυλιστήρια – Στο 80% της δυναμικότητας οι εγκαταστάσεις που στοχοποιήθηκαν

Αντίστοιχα δραματική είναι η εικόνα στη Ρωσία, όπου οι ουκρανικές επιθέσεις με drones έχουν προκαλέσει σοβαρές ζημιές σε μεγάλο μέρος της διυλιστικής βιομηχανίας.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, ο ουκρανικός στρατός έχει πραγματοποιήσει περισσότερες από 100 επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων τους τελευταίους μήνες.
Συνολικά, περίπου 30 διυλιστήρια έχουν βρεθεί στο στόχαστρο, αντιπροσωπεύοντας το 80% της συνολικής δυναμικότητας διύλισης της Ρωσίας.
Πριν από τις επιθέσεις, η συγκεκριμένη δυναμικότητα ανερχόταν σε περίπου 6,1 εκατ. βαρέλια ημερησίως.
Ωστόσο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της εταιρείας συμβούλων της ενεργειακής αγοράς Industrial Info Resources, η συνολική δυναμικότητα των διυλιστηρίων που έχουν υποστεί ζημιές έχει περιοριστεί πλέον σε περίπου 1,6 εκατ. βαρέλια ημερησίως.
Η έκταση των ζημιών αποτυπώνει το μέγεθος της πίεσης που δέχεται η ρωσική πετρελαϊκή βιομηχανία, καθώς οι επιθέσεις δεν επηρεάζουν μόνο τις εξαγωγές αργού, αλλά κυρίως την παραγωγή τελικών προϊόντων υψηλής ζήτησης.

Η Ρωσία περιόρισε τις εξαγωγές diesel και βενζίνης – Πίεση στις διεθνείς αγορές

Οι ουκρανικές επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές είχαν άμεσες συνέπειες στην εσωτερική αγορά καυσίμων της Ρωσίας.
Νωρίτερα μέσα στο έτος, η Μόσχα προχώρησε στην απαγόρευση των εξαγωγών diesel, ενώ παράλληλα περιόρισε τις εξαγωγές βενζίνης, προκειμένου να διασφαλίσει την επάρκεια στην εγχώρια αγορά.
Η απόφαση επιδείνωσε την ήδη δύσκολη κατάσταση στην παγκόσμια αγορά καυσίμων, η οποία βρισκόταν υπό πίεση λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Το diesel, ένα από τα σημαντικότερα καύσιμα για τη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας, βρέθηκε αντιμέτωπο με πρωτοφανείς ανοδικές πιέσεις στις τιμές, καθώς χρησιμοποιείται ευρέως στις οδικές μεταφορές, στη βιομηχανία, στις κατασκευές, στη γεωργία και στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Η έλλειψη διαθέσιμων ποσοτήτων ανάγκασε κυβερνήσεις και πολιτικούς ηγέτες να αναζητήσουν επειγόντως εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Trump και Ρωσία: Συμφωνία για 300.000 τόνους diesel, αλλά η ποσότητα είναι περιορισμένη

Για τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Donald Trump, η λύση στην ενεργειακή πίεση που αντιμετωπίζει η αγορά ήταν η επίτευξη συμφωνίας με τον Ρώσο πρόεδρο για την προμήθεια diesel.
Η συμφωνία προβλέπει την παράδοση 300.000 τόνων diesel στις ΗΠΑ και στις διεθνείς αγορές τον επόμενο μήνα.
Τα φορτία έχουν ήδη ξεκινήσει τη μεταφορά τους, ωστόσο αναλυτές αμφισβητούν κατά πόσο η συγκεκριμένη ποσότητα μπορεί να προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση στην αγορά.
Οι αρχικές 300.000 τόνοι αντιστοιχούν σε περίπου 75.000 βαρέλια ημερησίως, ποσότητα που θεωρείται εξαιρετικά περιορισμένη ακόμη και σε σχέση με τις ανάγκες της αμερικανικής αγοράς καυσίμων, πόσο μάλλον σε σύγκριση με τη συνολική παγκόσμια ζήτηση.
Επομένως, η συμφωνία μπορεί να λειτουργήσει ως μια πρόσθετη πηγή προμήθειας, αλλά δεν είναι σε θέση να καλύψει το ευρύτερο έλλειμμα που έχει δημιουργηθεί στην παγκόσμια αγορά diesel.

Η Ρωσία αποκαθιστά τα διυλιστήρια – Η παραγωγή αυξήθηκε κατά 25%

Την ίδια στιγμή, η Ρωσία επιχειρεί να επαναφέρει σταδιακά τη διυλιστική της δυναμικότητα, προχωρώντας σε επισκευές των εγκαταστάσεων που έχουν υποστεί ζημιές από τις ουκρανικές επιθέσεις.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters, το οποίο επικαλείται ανώνυμες πηγές της ενεργειακής βιομηχανίας, η παραγωγή διύλισης αυξήθηκε κατά 25% μεταξύ των αρχών Οκτωβρίου και του δεύτερου μισού του μήνα, φθάνοντας περίπου στα 5 εκατ. βαρέλια ημερησίως.
Το Reuters, επικαλούμενο δηλώσεις του αντιπροέδρου της ρωσικής κυβέρνησης, Alexander Novak, ανέφερε ότι η αύξηση της παραγωγής κατέστη δυνατή επειδή οι επισκευές των διυλιστηρίων πραγματοποιούνται με εξοπλισμό που κατασκευάζεται στη Ρωσία.
Η δυνατότητα αξιοποίησης εγχώριου εξοπλισμού επιτρέπει στη Μόσχα να περιορίζει την εξάρτησή της από εξωτερικούς προμηθευτές και να επιταχύνει την αποκατάσταση των εγκαταστάσεων.
Ωστόσο, η σταδιακή αύξηση της παραγωγής δεν σημαίνει ότι η ρωσική διυλιστική βιομηχανία έχει επιστρέψει στην κανονικότητα.
Ο κίνδυνος νέων ουκρανικών επιθέσεων παραμένει, ενώ αντίστοιχες απειλές αντιμετωπίζουν και τα διυλιστήρια του Περσικού Κόλπου από πιθανές νέες ιρανικές επιθέσεις.

Νέος πόλεμος μετά τις 3 Νοεμβρίου; Στο επίκεντρο ξανά τα διυλιστήρια του Κόλπου

Ο γεωπολιτικός κίνδυνος επιδεινώνεται περαιτέρω από τις προειδοποιήσεις του Donald Trump για πιθανή επανέναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν.
Νωρίτερα μέσα στον Οκτώβριο, ο Αμερικανός πρόεδρος απείλησε ότι οι εχθροπραξίες θα μπορούσαν να ξεκινήσουν εκ νέου μετά τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.
Μάλιστα, σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal αυτή την εβδομάδα, η Ουάσιγκτον έχει προειδοποιήσει τους συμμάχους της στον Περσικό Κόλπο να προετοιμαστούν για μια «σύντομη και έντονη στρατιωτική εκστρατεία» μετά τις αμερικανικές εκλογές, επικαλούμενη ανώνυμες πηγές.
Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να προκαλέσει νέα ιρανικά αντίποινα, με τις ενεργειακές εγκαταστάσεις της περιοχής να συγκαταλέγονται στους προφανείς πιθανούς στόχους.
Εάν οι συγκρούσεις επεκταθούν εκ νέου στις ενεργειακές υποδομές, οι επιπτώσεις στην παραγωγή και στις εξαγωγές καυσίμων ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα σοβαρές.
Το πρόβλημα είναι ότι η παγκόσμια αγορά δεν διαθέτει πλέον επαρκή εφεδρική διυλιστική δυναμικότητα ώστε να απορροφήσει εύκολα ένα νέο κύμα καταστροφών.

Η Ευρώπη έκλεισε διυλιστήρια και τώρα πληρώνει το τίμημα – Η ενεργειακή μετάβαση αποδεικνύεται δυσκολότερη

Η παγκόσμια έλλειψη διυλιστικής δυναμικότητας αποτελεί ένα δομικό πρόβλημα, το οποίο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί εύκολα ούτε με την κατασκευή νέων εγκαταστάσεων ούτε με την αύξηση της παραγωγής στα διυλιστήρια που εξακολουθούν να λειτουργούν.
Αυτό ακριβώς επιχειρούν να κάνουν οι αμερικανικές εταιρείες διύλισης από την έναρξη της κρίσης στην αγορά καυσίμων, χωρίς ωστόσο να έχουν καταφέρει να καλύψουν το κενό μεταξύ προσφοράς και ζήτησης.
Οι στρατιωτικές επιθέσεις έχουν θέσει εκτός λειτουργίας σημαντικό αριθμό εγκαταστάσεων, ενώ η αποκατάσταση των ζημιών απαιτεί χρόνο, κεφάλαια και εξειδικευμένο εξοπλισμό.
Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι η σημερινή κρίση θα μπορούσε να επιταχύνει τη μετάβαση στις ηλεκτρικές μεταφορές, περιορίζοντας μακροπρόθεσμα την εξάρτηση από τα συμβατικά καύσιμα.
Την άποψη αυτή έχει εκφράσει και ο Fatih Birol του IEA.
Ωστόσο, η ίδια η ύπαρξη του μεγάλου κενού μεταξύ προσφοράς και ζήτησης καυσίμων αποδεικνύει ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί τόσο γρήγορα όσο ενδεχομένως προσδοκούν ορισμένες κυβερνήσεις και αναλυτές.
Η αντικατάσταση των συμβατικών καυσίμων απαιτεί χρόνο, νέες υποδομές, επενδύσεις και σημαντικές αλλαγές στις μεταφορές, στη βιομηχανία και στην παραγωγική δραστηριότητα.
Μέχρι να ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία, η παγκόσμια οικονομία θα εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο και τα προϊόντα διύλισης.

Ενεργειακό αδιέξοδο έως το 2027 – Ο κόσμος παραμένει εξαρτημένος από τα συμβατικά καύσιμα

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η παγκόσμια αγορά βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κρίση που δεν αφορά αποκλειστικά την παραγωγή αργού πετρελαίου, αλλά κυρίως την επάρκεια των διυλιστηρίων που μπορούν να το μετατρέψουν σε χρήσιμα καύσιμα.
Η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή, οι ουκρανικές επιθέσεις στις ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις και η περιορισμένη διαθεσιμότητα εναλλακτικής διυλιστικής δυναμικότητας δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα για τις διεθνείς αγορές.
Οι χώρες που επέλεξαν τα προηγούμενα χρόνια να κλείσουν διυλιστήρια, θεωρώντας ότι η μετάβαση στην εποχή της ηλεκτροκίνησης θα περιόριζε γρήγορα την ανάγκη για συμβατικά καύσιμα, βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με μια διαφορετική πραγματικότητα.
Η εποχή της ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να αποτελεί τον μακροπρόθεσμο στόχο, όμως η παγκόσμια οικονομία εξακολουθεί να βρίσκεται βαθιά εξαρτημένη από τα ορυκτά καύσιμα.
Και το πρόβλημα είναι ότι πλέον δεν υπάρχουν αρκετά διαθέσιμα καύσιμα για να καλύψουν με άνεση τις ανάγκες της αγοράς.
Εφόσον οι στρατιωτικές συγκρούσεις συνεχιστούν και νέα διυλιστήρια τεθούν εκτός λειτουργίας, οι ελλείψεις σε diesel, βενζίνη και άλλα πετρελαϊκά προϊόντα ενδέχεται να διατηρήσουν τις τιμές σε υψηλά επίπεδα έως και το 2027, εντείνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις και επιβαρύνοντας το κόστος μεταφορών, παραγωγής και λειτουργίας της παγκόσμιας οικονομίας.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης