Τελευταία Νέα
Αναλύσεις – Εκθέσεις

Εφιαλτική προειδοποίηση ΔΝΤ: Η ξηρασία «κόβει» σχεδόν 1% από την ανάπτυξη... στο μάτι του κυκλώνα η Ελλάδα

Εφιαλτική προειδοποίηση ΔΝΤ: Η ξηρασία «κόβει» σχεδόν 1% από την ανάπτυξη... στο μάτι του κυκλώνα η Ελλάδα
Η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με σημαντική έκθεση τόσο στους καύσωνες όσο και στις πυρκαγιές
Σχετικά Άρθρα
Τα ολοένα συχνότερα και εντονότερα ακραία καιρικά φαινόμενα που βιώνει η Ευρώπη το φετινό καλοκαίρι αρχίζουν να έχουν σαφείς οικονομικές επιπτώσεις.
Η Morningstar DBRS επισημαίνει ότι η ξηρασία ενδέχεται να αποδειχθεί ακόμη πιο επιβαρυντική για την οικονομική ανάπτυξη σε σχέση με άλλους κλιματικούς κινδύνους, καθώς οι συνέπειές της δεν περιορίζονται σε έναν μόνο τομέα, αλλά επεκτείνονται στη γεωργία, τις μεταφορές, τη βιομηχανία και την παραγωγή ενέργειας.
Το καλοκαίρι του 2026 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αλληλεπίδρασης. Οι πολύ υψηλές θερμοκρασίες συνδυάζονται με περιορισμένες βροχοπτώσεις, ενισχύοντας τη λειψυδρία, ενώ η ζέστη και η ξηρασία, σε συνδυασμό με ισχυρούς ανέμους, δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για την εξάπλωση μεγάλων πυρκαγιών.
Για την Ελλάδα, οι μακροπρόθεσμες προβολές της Morningstar DBRS δείχνουν ότι η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με σημαντική έκθεση τόσο στους καύσωνες όσο και στις πυρκαγιές.

Ελλάδα: Υψηλή έκθεση σε καύσωνες και πυρκαγιές

Η Ελλάδα καταλαμβάνει υψηλές θέσεις στις ευρωπαϊκές κατατάξεις της Morningstar DBRS αναφορικά με τον μελλοντικό κίνδυνο από ακραίες θερμοκρασίες και πυρκαγιές.
Σε ό,τι αφορά τους καύσωνες, η DBRS εξετάζει τον αντίκτυπο που μπορεί να έχουν οι υψηλές θερμοκρασίες και τα επίπεδα υγρασίας στην απόδοση των εργαζομένων, κυρίως σε βιομηχανικούς κλάδους όπου απαιτείται έντονη χειρωνακτική εργασία.
Με ορίζοντα το 2050, η Ελλάδα κατατάσσεται πέμπτη μεταξύ 30 ευρωπαϊκών χωρών ως προς τις προβλεπόμενες απώλειες παραγωγικότητας εξαιτίας των καυσώνων. Υψηλότερα βρίσκονται η Μάλτα, η Ανδόρα, η Πορτογαλία και η Ισπανία, ενώ αμέσως μετά την Ελλάδα ακολουθούν η Τουρκία και η Ιταλία.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα όσον αφορά τον κίνδυνο από πυρκαγιές. Η Ελλάδα βρίσκεται στην τρίτη θέση μεταξύ 12 ευρωπαϊκών χωρών που εξετάζει η DBRS ως προς τις αναμενόμενες ζημιές σε κατοικίες από πυρκαγιές. Μόνο η Πορτογαλία και η Ισπανία εμφανίζουν υψηλότερη έκθεση, ενώ στη συνέχεια κατατάσσονται η Τουρκία, η Αλβανία και η Βουλγαρία.
Η Ελλάδα, μαζί με τη Γαλλία και την Ισπανία, συγκαταλέγεται επίσης στις χώρες όπου ο συνδυασμός ακραίας ζέστης, ιδιαίτερα ξηρών συνθηκών και ισχυρών ανέμων συνέβαλε στην εκδήλωση εκτεταμένων πυρκαγιών τον Ιούλιο.
Η DBRS υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι τα στοιχεία αυτά δεν πρέπει να ερμηνεύονται ως απόλυτη εικόνα για κάθε περιοχή. Οι συγκεκριμένοι δείκτες βασίζονται σε συγκεντρωτικά δεδομένα σε εθνικό επίπεδο και επομένως δεν αποτυπώνουν τις μεγάλες διαφοροποιήσεις που μπορεί να υπάρχουν μεταξύ διαφορετικών περιοχών της ίδιας χώρας. Επιπλέον, στην περίπτωση των πυρκαγιών, η μέτρηση αφορά κυρίως τον κίνδυνο ζημιών σε ακίνητα και όχι το συνολικό οικονομικό και περιβαλλοντικό κόστος.

Η ξηρασία εξελίσσεται σε μεγαλύτερη απειλή

Παρότι οι καύσωνες και οι πυρκαγιές είναι τα φαινόμενα που γίνονται ευκολότερα αντιληπτά, η Morningstar DBRS εστιάζει ιδιαίτερα στην ξηρασία. Ο βασικός λόγος είναι η δυνατότητά της να επηρεάζει ταυτόχρονα ένα πολύ μεγάλο εύρος οικονομικών δραστηριοτήτων.
Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ που επικαλείται ο οίκος, περίπου το 40% του πλανήτη αντιμετωπίζει πλέον συχνές και σοβαρές περιόδους ξηρασίας. Παράλληλα, το οικονομικό κόστος και οι ζημιές που προκαλεί η ξηρασία αυξάνονται διεθνώς κατά περίπου 3%-7,5% ετησίως.
Η τάση αυτή αναμένεται να γίνει ακόμη πιο δαπανηρή. Μια μέση περίοδος ξηρασίας το 2035 εκτιμάται ότι θα έχει κόστος τουλάχιστον 35% υψηλότερο από μια αντίστοιχη ξηρασία το 2025.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η σύγκριση με τους καύσωνες. Μελέτη του ΔΝΤ που αναφέρει η DBRS υπολογίζει ότι ένα ακραίο επεισόδιο ξηρασίας μπορεί βραχυπρόθεσμα να περιορίσει τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ κατά σχεδόν μία ποσοστιαία μονάδα. Αντίθετα, για έναν ακραίο καύσωνα η αντίστοιχη επίπτωση υπολογίζεται περίπου στο 0,5 της ποσοστιαίας μονάδας.
Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια φαίνεται να έχει μειωθεί ο αντίκτυπος των καυσώνων στην οικονομική ανάπτυξη, την ώρα που οι επιπτώσεις της ξηρασίας εντείνονται. Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι η προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα παραμένει ανεπαρκής σε τομείς όπως η γεωργία και σε δραστηριότητες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το νερό.
Από τα χωράφια στις τιμές των τροφίμων
Η φετινή ξηρασία στην Ευρώπη αποκαλύπτει πώς ένα πρόβλημα που ξεκινά από την έλλειψη νερού μπορεί να μετατραπεί σε ευρύτερη οικονομική απειλή.
Ο αγροτικός τομέας είναι ο πρώτος που δέχεται την πίεση. Η Γαλλία, μία από τις σημαντικότερες αγροτικές δυνάμεις της Ευρώπης, καθώς και η Ουγγαρία, έχουν αντιμετωπίσει σημαντικές απώλειες στις καλλιέργειες δημητριακών, μεταξύ άλλων στο καλαμπόκι και το σιτάρι.
Στη Βρετανία, η παρατεταμένη ζέστη και η ξηρασία οδήγησαν σε συγκομιδές που πραγματοποιήθηκαν νωρίτερα από κάθε άλλη φορά εδώ και αρκετές δεκαετίες, με τις αποδόσεις όμως να είναι χαμηλότερες.
Η υποχώρηση της αγροτικής παραγωγής μπορεί να δημιουργήσει ένα νέο κύμα πιέσεων στις τιμές, αυξάνοντας το κόστος των αγροτικών προϊόντων και, τελικά, τροφοδοτώντας τον πληθωρισμό των τροφίμων.

Ο Ρήνος και ο κίνδυνος για τη βιομηχανία

Το πρόβλημα δεν σταματά στη γεωργία. Στη Γερμανία, η στάθμη του Ρήνου έχει υποχωρήσει σε επίπεδα που δεν είχαν παρατηρηθεί εδώ και οκτώ χρόνια, δημιουργώντας σοβαρές δυσκολίες στις ποτάμιες μεταφορές.
Η αντικατάσταση της μεταφοράς μέσω του ποταμού με άλλα μέσα είναι ακριβότερη και δεν είναι πάντοτε δυνατό να μεταφερθούν οι ίδιες ποσότητες εμπορευμάτων. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι η αύξηση του κόστους για τις επιχειρήσεις, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχει ακόμη και κίνδυνος περιορισμού της παραγωγής σε βιομηχανικές μονάδες.
Με αυτόν τον τρόπο, η έλλειψη νερού μετατρέπεται από περιβαλλοντικό πρόβλημα σε παράγοντα που επηρεάζει άμεσα την παραγωγική διαδικασία και το κόστος λειτουργίας της οικονομίας.

Πίεση και στην ενεργειακή παραγωγή

Η ξηρασία προκαλεί προβλήματα και στον ενεργειακό τομέα.
Στην Ουγγαρία, η εξαιρετικά χαμηλή στάθμη του Δούναβη οδήγησε σε διακοπή λειτουργίας πυρηνικών αντιδραστήρων.
Την ίδια στιγμή, στη Νορβηγία, η υποχώρηση των αποθεμάτων νερού στους ταμιευτήρες περιόρισε μέρος της υδροηλεκτρικής παραγωγής. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να μειωθούν οι διαθέσιμες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας που μπορούν να εξαχθούν προς τη Βρετανία και την ηπειρωτική Ευρώπη.
Έτσι, η επίδραση της ξηρασίας μπορεί να μεταφερθεί διαδοχικά από τη γεωργία στις μεταφορές, από εκεί στη βιομηχανία και στη συνέχεια στις τιμές τροφίμων και ενέργειας.
Το αρχικό πρόβλημα, δηλαδή η έλλειψη νερού, μπορεί επομένως να αποκτήσει πολλαπλασιαστικές οικονομικές συνέπειες.

Όταν τα ακραία φαινόμενα αλληλοτροφοδοτούνται

Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της ανάλυσης της DBRS είναι ότι οι κλιματικοί κίνδυνοι δεν μπορούν πλέον να εξετάζονται ως ανεξάρτητα γεγονότα.
Ο καύσωνας και η απουσία βροχών ενισχύουν την ξηρασία, ενώ η ξηρασία δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μεγαλύτερο κίνδυνο πυρκαγιών. Η αλληλουχία όμως δεν σταματά εκεί.
Μετά από μεγάλα διαστήματα υψηλών θερμοκρασιών και περιορισμένων βροχοπτώσεων, το έδαφος μπορεί να γίνει τόσο ξηρό και σκληρό ώστε να απορροφά δυσκολότερα το νερό. Έτσι, όταν ακολουθήσουν έντονες βροχοπτώσεις, μπορεί να αυξηθεί ο κίνδυνος αιφνίδιων πλημμυρών.
Το οικονομικό κόστος, συνεπώς, δεν προκύπτει κατ’ ανάγκη από ένα μεμονωμένο ακραίο γεγονός. Πολλαπλά και διαδοχικά φαινόμενα μπορούν να χτυπήσουν διαφορετικούς κλάδους και υποδομές μέσα στην ίδια χρονική περίοδο, με αποτέλεσμα το συνολικό κόστος να αυξάνεται σημαντικά.

Πιέσεις και στα κρατικά οικονομικά

Οι συνέπειες μπορούν τελικά να μεταφερθούν και στους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Οι κυβερνήσεις ενδέχεται να χρειαστεί να παρέμβουν με οικονομική βοήθεια ή αποζημιώσεις προς τους πληγέντες κλάδους, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να αυξήσουν τις επενδύσεις σε υποδομές που είναι περισσότερο ανθεκτικές στα ακραία καιρικά φαινόμενα και σε μέτρα προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Βρετανία, όπου η κυβέρνηση εξετάζει οικονομική στήριξη προς τους αγρότες που έχουν υποστεί ζημιές από την τρέχουσα ξηρασία.
Παρά τις αυξανόμενες πιέσεις, η DBRS εκτιμά προς το παρόν ότι ο αντίκτυπος στις κρατικές πιστοληπτικές αξιολογήσεις παραμένει περιορισμένος για την πλειονότητα των χωρών που αξιολογεί, καθώς το δημοσιονομικό κόστος σε επίπεδο κράτους θεωρείται ακόμη διαχειρίσιμο.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι κλιματικοί κίνδυνοι απουσιάζουν από τη διαδικασία αξιολόγησης. Η DBRS εξετάζει εάν η κλιματική αλλαγή και τα ακραία καιρικά φαινόμενα είναι δυνατό να προκαλέσουν σημαντικές απώλειες στον εθνικό πλούτο, να επιβαρύνουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα ή να προκαλέσουν σοβαρή διαταραχή στην οικονομική δραστηριότητα.
Παράλληλα, αξιολογεί τον βαθμό ανθεκτικότητας κάθε χώρας και το κατά πόσο εφαρμόζονται αποτελεσματικές πολιτικές για την αντιμετώπιση και προσαρμογή στις νέες κλιματικές συνθήκες.
Τελικά, το μέγεθος της οικονομικής ζημιάς που θα προκαλούν τα ακραία καιρικά φαινόμενα δεν θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από το πώς θα εξελιχθεί η κλιματική αλλαγή. Καθοριστικό ρόλο θα παίξει και το πόσο γρήγορα, έγκαιρα και αποτελεσματικά θα προσαρμοστούν οι οικονομίες σε αυτή τη νέα πραγματικότητα.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης